Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών: Ένας νέος δρόμος

Γράφει η Πηνελόπη Χαραλάμπους, Νομικός
Ένα εκ των μεγαλύτερων αγαθών που προσφέρει η Πολιτεία είναι αυτό της δικαιοσύνης, καθώς όπως όρισε ο Αριστοτέλης, η δικαιοσύνη είναι η κρατίστη των αρετών εφόσον δεν στοχεύει στην ευδαιμονία όποιου την ασκεί, αλλά στον άλλον άνθρωπο[1]. Έτσι, η δικαιοσύνη, η οποία πηγάζει από την ανιδιοτέλεια και την ελευθερία, ολοκληρώνεται μέσα από την ίδια τη Νομοθεσία του κάθε κράτους.
Στην Κυπριακή Δημοκρατία, υπάρχει έντονη η ανάγκη των πολιτών και των επιχειρήσεων να αναζητούν την επίλυση των διαφορών τους στο πλαίσιο της Νομοθεσίας η οποία τους επιτρέπει, εφόσον φυσικά μπορούν να στοιχειοθετήσουν αγώγιμο δικαίωμα, να κινηθούν νομικά εναντίον αυτού που πιστεύουν ότι τους έχει αδικήσει. Η έντονη αυτή επιθυμία, βρίσκεται σε έξαρση της τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που αποδεικνύεται από το φόρτο εργασίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, αλλά και την καθυστέρηση που υπόκεινται οι υποθέσεις έως ότου βγει η τελεσίδικη απόφαση τους[2].
Το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο μέσα από την «Έκθεση Ανωτάτου Δικαστηρίου για τις Λειτουργικές Ανάγκες των Δικαστηρίων και για Άλλα Συναφή Θέματα»[3], αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα των καθυστερήσεων στην εκδίκαση υποθέσεων τόσο σε πρωτοβάθμιο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα των Δικαστηρίων, ενώ αναφέρει ότι η αύξηση του χρόνου των καθυστερήσεων προσλαμβάνει σήμερα ανησυχητικές διαστάσεις σε σημείο που Διεθνή Συνέδρια και Οργανισμοί ασχολούνται συχνά με το θέμα αναζητώντας τρόπους αναχαίτισης των καθυστερήσεων και ταχύτερης εκδίκασης των υποθέσεων.
Συνέπεια αυτού, είναι ότι αρκετοί πολίτες έχουν αρχίσει να χάνουν την εμπιστοσύνη τους τόσο στην Πολιτεία όσο και στην ίδια τη δικαιοσύνη, η οποία αδυνατεί να ολοκληρώσει το σκοπό της. Τι είναι λοιπόν αυτό που μπορεί να γίνει έτσι ώστε να επιτευχθεί η ομαλή λειτουργία του Συστήματος Απονομής της Δικαιοσύνης;
Η απάντηση έχει δοθεί εκατοντάδες χρόνια πριν, στην Αρχαία Ελλάδα, όπου ο θεσμός του διαιτητή που επιχειρούσε να επιτύχει συμβιβαστική επίλυση μιας διαφοράς προϋπήρχε του Δικαστικού Συστήματος[4]. Ο θεσμός αυτός ήταν ουσιαστικά η αφορμή για τη δημιουργία και εξέλιξη των Εναλλακτικών Τρόπων Επίλυσης μιας Διαφοράς, υπό τη σκοπιά ότι πολλές φορές το κόστος της Δικαστικής επίλυσης μιας διαφοράς που ανακύπτει, σε συνδυασμό με το μεγάλο χρονικό διάστημα που απαιτείται συνήθως για την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης καθιστά την προσφυγή στη δικαιοσύνη ασύμφορη ή και ανούσια.
Επί τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 21 Μαΐου 2008, μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχημάτισε μια Οδηγία η οποία έφερε τον τίτλο «Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»[5]. Η Πρόταση αυτή απευθύνονταν σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίνοντας τους κατευθυντήριες γραμμές ως προς την παραπομπή υποθέσεων σε εναλλακτική επίλυση προάγοντας τον φιλικό διακανονισμό τους, ενθαρρύνοντας την προσφυγή στη διαμεσολάβηση και φροντίζοντας για τη δημιουργία ισόρροπης σχέσης μεταξύ της διαμεσολάβησης και των Δικαστικών διαδικασιών. Στο πλαίσιο της Οδηγίας αυτής λαμβάνονται μέτρα για αστικές και εμπορικές διαφορές, χωρίς να καλύπτει  φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις, ή την ευθύνη του κράτους λόγω πράξεων ή παραλείψεων κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας («actajureimperii»).
Η Οδηγία αυτή ήταν ένα τεράστιο βήμα προς την αναγνώριση των Μέσων Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών γενικότερα, αρχίζοντας από τη Διαμεσολάβηση. Παρόλα αυτά, η Διαμεσολάβηση (Mediation) δεν είναι το μόνο μέσο το οποίο μπορεί να φανεί χρήσιμο ως προς την επίλυση μιας διαφοράς, καθώς υπάρχει και η Διαπραγμάτευση (Negotiation), η Διαιτησία (Arbitration) και η Συνδιαλλαγή (Concilliation) οι οποίες επίσης χαρακτηρίζονται ως κύρια Μέσα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΜΕΕΔ).
Βασικά χαρακτηριστικά των μέσων αυτών είναι η αποδέσμευση από Νομικούς Κανόνες και η έλλειψη ενός συνήθους τύπου διεξαγωγής της όλης διαδικασίας. Τα πλεονεκτήματά τους συνοψίζονται σε τέσσερις βασικές φράσεις: Συναίνεση, Επίτευξη Διάρκειας στις Σχέσεις, Έλεγχος της Διαδικασίας και Εμπιστευτικότητα. Η Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών κινείται στα όρια του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, με αποτέλεσμα, λόγω της ευελιξίας της να επιτυγχάνεται ο παραμερισμός ως ένα σημείο των ρυθμίσεων του ουσιαστικού δικαίου, γεγονός που συντελεί στη διαρκή ανάπτυξη ενός κόσμου που στοχεύει στην ιδιωτικοποίηση του δικαίου και την υπαγωγή του στην ιδιωτική βούληση, κατορθώνοντας παράλληλα να ρυθμίζει και τις μελλοντικές σχέσεις των δύο μερών. Αυτή τους η ιδιαιτερότητα είναι που κάνει τα ΜΕΕΔ πιο προσιτά και ελκυστικά στον επιχειρηματικό τομέα, όταν έχουμε διαφορά μεταξύ μιας επιχείρησης και ενός πελάτη ή και καταναλωτή, ή μεταξύ δύο επιχειρήσεων.
Οι δύο μεγαλύτεροι τομείς των ΜΕΕΔ, είναι η Διαμεσολάβηση και η Διαιτησία.Kατά τηΔιαμεσολάβηση, ο διαμεσολαβητής απλώς φέρνει σε επαφή τα μέρη, οργανώνει τον μεταξύ τους διάλογο, τα συμβουλεύει και τα ενθαρρύνει, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες διαπραγματευτικές τεχνικές και βοηθώντας τα να καταλήξουν σε μια κοινώς αποδεκτή λύση, χωρίς να υποβάλλει ο ίδιος σχέδιο επίλυσης. Ο διαμεσολαβητής δεν επιτρέπεται να προβεί σε οποιαδήποτε υπόδειξη προς τα μέρη, ούτε σε επιβολή δικών του αντιλήψεων για τη διαφορά ως προς την ισχύ δικαιωμάτων, και κυρίως δεν εκδίδει απόφαση. Δεν επιτρέπεται δε να προβεί σε εκτίμηση για την έκβαση της υπόθεσης στο δικαστήριο. Στη διαμεσολάβηση η ενδεχόμενη συμφωνία θα προκύψει μετά από ανάδειξη και συνεκτίμηση από τα μέρη, με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή, ακόμα και μη νομικών στοιχείων που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Η δυνατότητα αυτή αποδέσμευσης από νομικά στοιχεία και επιχειρήματα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της διαμεσολάβησης, αφού οι λύσεις είναι περισσότερο προσανατολισμένες στα συμφέροντα των μερών. Ομοίως είναι δυνατή η ένταξη στη διαμεσολάβηση ακόμα και απαιτήσεων που δεν συνέχονται με την αρχική διαφορά, κάτι που δεν είναι δυνατόν στο πλαίσιο της δίκης. Με το τέλος της διαδικασίας, τα δύο μέρη αν το επιθυμούν μπορούν να φέρουν την υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου, χωρίς να αναφέρουν όσα λέχθηκαν κατά τη διαδικασία Διαμεσολάβησης.
Αντίθετα, η Διαιτησία συνιστά άσκηση δικαιοδοτικού έργου από μη πολιτειακά όργανα, τους διαιτητές. Ο διαιτητής ουσιαστικά ασκεί όπως και ο Δικαστής δικαιοδοτικό έργο επιλύοντας τη διαφορά που έχει αχθεί ενώπιον του. Συνεπώς, τα αποτελέσματα της διαιτητικής απόφασης είναι ισοδύναμα με τα αποτελέσματα μιας δικαστικής απόφασης. Έτσι, τυχόν συμφωνία των μερών ότι η απόφαση που θα εκδοθεί από το διαιτητικό δικαστήριο δεν θα έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, δεν θα αποτελεί συμφωνία υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία αλλά κατά περίπτωση συμφωνία διαμεσολάβησης ή υπαγωγής σε συμβιβασμό και θα παράγει ενοχικές μόνο δεσμεύσεις. Η διαιτητική απόφαση είναι σε κάθε περίπτωση δεσμευτική για τα μέρη όπως και μια δικαστική απόφαση, παράγοντας δεδικασμένο και έχοντας εκτελεστότητα  Έτσι, η Διαιτησία και η δικαστική λειτουργία αποτελούν παράλληλες και ισοσθενείς δικαιοδοτικές πράξεις. Επιπρόσθετα, από το δικαιοδοτικό χαρακτήρα της Διαιτησίας συνάγεται η σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού που τη συνδέει με την τακτική απονομή δικαιοσύνης. Όταν μια διαφορά υπαχθεί σε Διαιτησία, τα Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για την επίλυσή της. Έτσι, εάν ασκηθεί ένδικο βοήθημα ενώπιον των τελευταίων, το Δικαστήριο παραπέμπει τη διαφορά προς εκδίκαση στο Διαιτητικό Δικαστήριο, ενώ αντίστροφα, σε περίπτωση έλλειψης σχετικής συμφωνίας, αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα Κρατικά Δικαστήρια.
Στην Κύπρο, βρίσκονται σε ισχύ τέσσερις τύποι ΜΕΕΔ[6]:
(α) Διαιτησία
(β) Επίλυση Εργατικών Διαφορών
(γ) Νομοσχέδιο για τη Διαμεσολάβηση σε Οικογενειακές Υποθέσεις (Υποβλήθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων)
(δ) Νομοσχέδιο για την Εξώδικη Διευθέτηση των Καταναλωτικών Απαιτήσεων με την Παραπομπή τους σε Διαιτησία (Υποβλήθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων)
Παρόλα αυτά, η χρήση τους από την Κυπριακή Κοινότητα είναι σχεδόν ανύπαρκτη καθώς ελάχιστοι είναι αυτοί που γνωρίζουν τα θετικά χαρακτηριστικά των ΜΕΕΔ, ενώ παρά την ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας για κάθε ένα από αυτούς τους τέσσερις τύπους η χρήση τους δεν προωθείται από το Δικαστικό Σύστημα όπως θα έπρεπε, με αποτέλεσμα οι πολίτες ενώ έχουν στα χέρια τους τη δύναμη να εξελίξουν την ποιότητα της απόδοσης της δικαιοσύνης, ενός αγαθού που τους παρέχεται απλόχερα από την Πολιτεία, δεν έχουν τις βασικές γνώσεις αξιοποίησης της δύναμης αυτής.

[1]Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
[2]Τελεσίδικη χαρακτηρίζεται η απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας ή και έφεση.
[3]Έκθεση Ανωτάτου Δικαστηρίου για τις Λειτουργικές Ανάγκες των Δικαστηρίων και για Άλλα Συναφή Θέματα FoundAt: http://www.supremecourt.gov.cy/judicial/sc.nsf/All/C606AD0FCB72EA6742257AC600838BF6/$file/inside%20pages.pdf
[4]Ν. Πανταζόπουλος, Ιστορική Εισαγωγή εις τα πηγάς του Ελληνικού Δικαίου, Εκδ. Π. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1968, σελ. 55 επ.
[5]Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις FoundAt: http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex:32008L0052
[6]Εναλλακτικοί Τρόποι Επίλυσης των διαφορών – Κύπρος FoundAt: http://ec.europa.eu/civiljustice/adr/adr_cyp_el.htm

Σχόλια