Η Έννοια της «Συνήθους Διαμονής» ως Θεμέλιο Δικαιοδοσίας στις Διεθνείς Διαφορές Γονικής Μέριμνας: Η Κυπριακή Προσέγγιση
Του Γιώργου Καζολέα, Δικηγόρου
Στο σύγχρονο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ο προσδιορισμός του κατάλληλου δικαστηρίου (Forum Conveniens) για την επίλυση διαφορών γονικής μέριμνας αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη διασφάλιση του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού.
Στην κυπριακή έννομη τάξη, η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων σε υποθέσεις με διεθνή στοιχεία, όπως περιπτώσεις που αφορούν υπηκόους τρίτων χωρών, θεμελιώνεται πρωτίστως στην έννοια της «συνήθους διαμονής» (habitual residence).
Το Νομικό Πλαίσιο: Σύμβαση της Χάγης 1996 και Εθνικό Δίκαιο
Η εγκαθίδρυση της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή διεθνών και εθνικών κανόνων:
- Σύμβαση της Χάγης (1996) [1]: Σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Σύμβασης, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού έχουν δικαιοδοσία να λαμβάνουν μέτρα που απευθύνονται για την προστασία του προσώπου του παιδιού ή της περιουσίας του.
- Ο Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμος (Ν. 23/1990): Το Άρθρο 11(2)(ε) ορίζει ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα, εφόσον οι διάδικοι έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία, με το εδάφιο (3) να προσδιορίζει τη διαμονή ως περίοδο άνω των τριών (3) μηνών.
Ερμηνεύοντας τη «Συνήθη Διαμονή»
Παρά την κεντρική της σημασία, η «συνήθης διαμονή» δεν ορίζεται ρητά στις διεθνείς συμβάσεις. Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει καλύψει αυτό το κενό, ορίζοντας την ως μια αυτοτελή και πραγματική έννοια.
Στην υπόθεση C-523/07[2] ,το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η συνήθης διαμονή αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει την ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον.
Κατά το ΔΕΕ, για τον προσδιορισμό της διαμονής, το δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει:
- Το χρονικό διάστημα παραμονής στο έδαφος του κράτους.
- Το κίνητρο της μετοίκησης της οικογένειας.
- Ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης σε σχολείο.
- Γλωσσικές γνώσεις και οικογενειακές/κοινωνικές σχέσεις.
- Ιθαγένεια: Αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν υπερέχει της πραγματικής διαμονής.
Βέβαια, όπως διευκρινίζει το ΔΕΕ στην παραπάνω απόφαση, εάν τα στοιχεία υποδεικνύουν περισσότερα από ένα κράτη, η δικαστική αρχή οφείλει να ιεραρχήσει τους παράγοντες που καταδεικνύουν το ισχυρότερο «κέντρο ζωής» του παιδιού.
Εφαρμογή στην Κυπριακή Έννομη Τάξη
Η κυπριακή νομοθεσία εισάγει το ποσοτικό κριτήριο των τριών (3) μηνών ως ελάχιστο όριο για τη θεμελίωση δικαιοδοσίας. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτή δεν είναι μηχανική αλλά ποιοτική.
Όταν το παιδί διαμένει στην Κύπρο για διάστημα πέραν των τριών (3) μηνών, φοιτά σε κυπριακό εκπαιδευτικό ίδρυμα και έχει γονείς που εργάζονται και διαμένουν μόνιμα στη Δημοκρατία, τότε τα Κυπριακά Δικαστήρια καθίστανται διεθνώς αρμόδια (Forum Conveniens).
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πραγματική σύνδεση του παιδιού με την Κύπρο υπερισχύει της ιθαγένειας, καθώς το δικαστήριο της συνήθους διαμονής βρίσκεται σε καλύτερη θέση να κρίνει το συμφέρον του παιδιού λόγω της εγγύτητας με τα αποδεικτικά στοιχεία και την καθημερινότητα του ανηλίκου.
Η πάγια θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γιαννόπουλος ν. Γιαννοπούλου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1917 [3] παραμένει το θεμέλιο της κυπριακής προσέγγισης, ξεκαθαρίζοντας ότι η προϋπόθεση της τρίμηνης διαμονής που αναφέρεται στον Νόμο 23/1990 δεν λειτουργεί αυτόματα, αλλά πρέπει πάντα να υποτάσσεται στο κριτήριο της «συνήθους διαμονής» όπως αυτό ορίζεται διεθνώς, με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού.
Όπως διευκρινίζει το Δικαστήριο, «ο όρος «συνήθης διαμονή» δεν είναι τεχνικός όρος, αλλά καθορίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η συνήθης διαμονή αντιδιαστέλλεται με την προσωρινή ή την έκτακτη. Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το θέμα της συνήθους διαμονής, είναι η επαγγελματική απασχόληση, η συμμετοχή σε πολιτιστικές ή κοινωνικές εκδηλώσεις, η ύπαρξη μόνιμης ή συνήθους κατοικίας κ.α. (βλ. Φασαρία v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (2008) 1 Α.Α.Δ. 1024, Κόρακα v. Γεωργίου (Αρ. 2) (2004) 1 Α.Α.Δ. 1935, Αντωνίου v. Θεοδώρου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1944). Στην περίπτωση παιδιού, τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε περίπτωσης είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό του τόπου της «συνήθους διαμονής» του. Ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, είναι η φυσική παρουσία του παιδιού στο κράτος μέλος. Όμως η φυσική παρουσία θα πρέπει να συνοδεύεται με μαρτυρία ότι δεν είναι προσωρινή ή διακοπτόμενη, αλλά μόνιμη. Θα πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις ενσωμάτωσης στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον».
Κάνοντας αναφορά στην παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ, το κυπριακό δικαστήριο προσθέτει ότι, άλλοι παράγοντες που επίσης λαμβάνονται υπόψη είναι η διάρκεια της παραμονής, οι λόγοι που οδήγησαν την οικογένεια και τα παιδιά να μετακινηθούν και να παραμείνουν στο έδαφος του κράτους μέλους, η υπηκοότητα των παιδιών, οι όροι φοίτησης σε σχολείο, η γλώσσα και γενικά οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις των παιδιών στη συγκεκριμένη χώρα.
Συμπέρασμα
Η συνήθης διαμονή αποτελεί μια «ζωντανή» έννοια που εστιάζει στην ουσία που είναι η πραγματική μόνιμη διαμονή των τέκνων και όχι σε αυστηρά τυπικά κριτήρια, όπως η ιθαγένεια τους. Εν προκειμένω η πρόκληση έγκειται στην απόδειξη της ουσιαστικής ενσωμάτωσης του παιδιού στην τοπική κοινωνία, η οποία, σε συνδυασμό με την πάροδο του τριμήνου που προβλέπει ο Νόμος 23/1990, επιβεβαιώνει τη δικαιοδοσία των εγχώριων δικαστηρίων έναντι οποιασδήποτε αλλοδαπής αρχής.
Ο Γιώργος Καζολέας είναι Δικηγόρος (giorgos.kazoleas@gmail.com / τηλ. 22507666)

Σχόλια