Έφεση κατά απόφασης διατροφής: Έγκυρη προς εξέταση παρά τις τυπικές ελλείψεις

Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αποφαινόμενο επί της υπ’ αρ. 16/2010 Εφέσεως έκρινε αυτή έγκυρη προς εξέταση αλλά την απέρριψε στην ουσία της. Η έφεση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση και με τυπικές παραλείψεις. Η υπόθεση αφορούσε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού με ημερ. 23.2.2010, η οποία διαφοροποίησε, μετά από αίτηση της εφεσίβλητης, το ποσό διατροφής που ο εφεσείων όφειλε να καταβάλλει προς τα ανήλικα τέκνα του. Το διάταγμα διατροφής που προηγήθηκε ημερ. 10.1.2003, με το οποίο ο εφεσείων κατέβαλλε το ποσό των 393 ευρώ προς την εφεσίβλητη
ως συνεισφορά του στη διατροφή των τριών ανήλικων τέκνων του, τροποποιήθηκε ούτως ώστε ο εφεσείων να είναι πλέον υπόχρεος να καταβάλλει το συνολικό ποσό των 800 ευρώ για τα τρία τέκνα του.
Αναφέρει συγκεκριμένα η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου: «…Ο εφεσείων, ως καταδικασθείς στις Κεντρικές Φυλακές, χρησιμοποίησε το εκεί διαθέσιμο έντυπο δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/60, για να εκδηλώσει τη σαφή πρόθεση του να καταχωρήσει την έφεση του, η οποία έγινε αποδεκτή στην ουσία από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο με προηγούμενη σύνθεση. Στη συνέχεια  ο εκ μέρους του διορισθείς με Νομική Αρωγή δικηγόρος καταχώρησε Ειδοποίηση Έφεσης στην οποία διαγράφηκαν οι λέξεις «Εν τω Ανωτάτω Δικαστηρίω».  Στο καταχωρηθέν έντυπο που χρησιμοποιήθηκε δυνάμει του Νόμου αρ. 14/60, έγινε αναφορά στον αριθμό της υπό κρίση έφεσης και ότι αυτή αφορούσε έφεση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού.  Επομένως η θέση της εφεσίβλητης ότι στο Έντυπο αρ. 28 γίνεται λανθασμένη αναφορά στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν μπορεί να έχει ουσιαστική επίπτωση και πρέπει να θεωρείται ως απλή παρατυπία εφόσον προηγήθηκε το ορθό δικονομικό διάβημα.  Παρομοίως, ουδεμία επίπτωση μπορεί να έχει η μη αναγραφή στον Τύπο αρ. 28 ότι η έφεση αφορά το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο.  
Προφανώς και η υπό κρίση αίτηση αφορά σ΄ αυτό και όχι στο Ανώτατο Δικαστήριο, η αναφορά στο οποίο διεγράφη.  Εκ της δικονομικής παρατυπίας που σημειώθηκε, ουδεμία ουσιαστική επίπτωση έχει υποστεί η εφεσίβλητη ώστε να μην αφεθεί να προχωρήσει η περαιτέρω διαδικασία.
Ως προς την ουσία της αίτησης, η τροποποίηση που επιδιώκεται του υφιστάμενου λόγου έφεσης είναι εκτεταμένη και στην ουσία προτείνονται επτά λόγοι έφεσης προς αντικατάσταση του ενός και μοναδικού λόγου που είχε καταχωρήσει ο εφεσείων μέσω του τότε δικηγόρου του.  
Οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στην ύπαρξη κακοδικίας λόγω άρνησης του Οικογενειακού Δικαστηρίου να επιτρέψει στον εφεσείοντα να υποβάλει αίτημα Νομικής Αρωγής, σε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης για τον ίδιο ουσιαστικά λόγο άρνησης αιτήματος Νομικής Αρωγής με αποτέλεσμα να παραβιάζεται και η αρχή της ισότητας των όπλων, στη λανθασμένη επιδίκαση εξόδων εναντίον του εφεσείοντος, στη λανθασμένη διαταγή αναδρομικής διατροφής στα ανήλικα τέκνα του μέχρι την ενηλικίωση τους χωρίς να λαμβάνει υπόψη την κράτηση του εφεσείοντος και τη μετέπειτα καταδίκη του στις Κεντρικές Φυλακές, στο εξαιρετικά υψηλό των ποσών διατροφής που επιδικάστηκαν, στο λανθασμένο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και στο λανθασμένο εύρημα ότι ο εφεσείων είχε την ικανότητα να κερδίζει 2.000 ευρώ μηνιαίως. 
Η τροποποίηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο χρόνος υποβολής αίτησης τροποποίησης εφετηρίου αποτελεί παράγοντα που δυνατόν να προσμετρήσει εναντίον της αίτησης και όσο πιο καθυστερημένη είναι η αίτηση τόσο ο σκόπελος που πρέπει να υπερπηδήσει ο αιτούμενος την τροποποίηση είναι μεγαλύτερος, (Marla Bridget Theocharides v. Χάρη Θεοχαρίδη, Έφεση Αρ. 13/2014, ημερ. 18.11.2015).  Περαιτέρω, η έκταση της τροποποίησης αποτελεί αυτοτελή λόγο απόρριψης ιδιαιτέρως όπου με την τροποποίηση επαναπροσδιορίζονται τα εφέσιμα θέματα και καθίσταται αναγκαίος ο επαναπρογραμματισμός της έφεσης με ανάλογη περαιτέρω καθυστέρηση, (Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 2) (2012) 1 Α.Α.Δ. 1705).  Γενικώς οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη ως προς την αποδοχή ή μη αίτησης τροποποίησης κατ΄ έφεση έχουν παγιωθεί από τη νομολογία, με προεξάρχον να παραμένει το συμφέρον της δικαιοσύνης, υπό ευρεία όμως έννοια, ώστε να μην επιτρέπεται η διεύρυνση των εφέσιμων ζητημάτων, ούτε η προσθήκη νέων λόγων που εκτροχιάζουν την πορεία της εκδίκασης της έφεσης.
Η υπό κρίση αίτηση αναμφίβολα είναι εξαιρετικά καθυστερημένη  εφόσον  έχει  καταχωρηθεί  τέσσερα  χρόνια   μετά την καταχώρηση της Ειδοποίησης Έφεσης με  βάση τον Τύπο    αρ. 28.  Ο εφεσείων παρατηρείται από τα πρακτικά της διαδικασίας ότι στο μεταξύ άλλαξε τρεις δικηγόρους.  Ο πρώτος απεσύρθη με άδεια του Δικαστηρίου στις 14.5.2013.  Ένα περίπου χρόνο μετά, στις 6.5.2014, διορίστηκε νέος δικηγόρος και πάλι με το σύστημα της Νομικής Αρωγής ο οποίος όμως επίσης αποχώρησε στις 4.11.2014.  Διορίστηκε πολύ αργότερα στις 3.2.2015, ο νυν δικηγόρος του εφεσείοντος, ο οποίος και  υπόβαλε την υπό κρίση αίτηση.  Ανεξάρτητα από τους λόγους που ο εφεσείων άλλαξε τρεις δικηγόρους στην πορεία, αντικειμενικά ο χρόνος που παρήλθε δεν είναι βοηθητικός στην έγκριση της αίτησης.  Πρόσθετα, δεν προτείνεται με την αίτηση και τη συνοδευτική ένορκη δήλωση οποιοσδήποτε ιδιαίτερος λόγος για την καθυστέρηση που έχει σημειωθεί, με μόνη πρόταξη ότι δεν θα επέλθει ανεπανόρθωτη ζημιά στην εφεσίβλητη λόγω της τροποποίησης. 
Περαιτέρω, οι νέοι λόγοι έφεσης που επιδιώκονται να προστεθούν, αναμφίβολα εκφεύγουν κατά πολύ του μοναδικού λόγου έφεσης που καταχωρήθηκε με την ειδοποίηση έφεσης στις 16.9.2011.  Παρατηρείται δε, ότι ενώ με την ειδοποίηση έφεσης που καταχωρήθηκε έπαυσε να υφίσταται θέμα «κακοδικίας», ο επιδιωκόμενος να προστεθεί πρώτος λόγος έφεσης επαναφέρει ζήτημα «κακοδικίας».  Από δε τους υπόλοιπους έξι νέους λόγους έφεσης, ο μόνος σχετικός με τον υφιστάμενο λόγο είναι ο τέταρτος λόγος που αφορά στο ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης την κράτηση και καταδίκη του εφεσείοντος.  Οι υπόλοιποι θέτουν εντελώς νέα ζητήματα, τα οποία ανεπίτρεπτα τίθενται με τόση καθυστέρηση με αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των θεμάτων και την εισαγωγή νέων ζητημάτων. 
Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η έφεση, όπως έχει διαμορφωθεί το πλαίσιο της, έχει ήδη ενεργοποιήσει τη δικαιοδοσία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου και συνεπώς παραμένει έγκυρη προς εξέταση, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε διόρθωση στο εφετήριο, ενώπιον του.  Η αίτηση όμως, ως προς την ουσία της, την τροποποίηση δηλαδή του εφετηρίου απορρίπτεται». (πηγή: cylaw.com)

Σχόλια

Χώρος Διαφήμισης

Χώρος Διαφήμισης

Το Νομικό & Δικαστικό Portal της Κύπρου