Ανατροπή στο εφετείο πρωτόδικης απόφασης σχετικά με απόρριψη άδειας διαμονής : Παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης

Eπιτυχής η έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης που είχε επικυρώσει απορριπτική απόφαση του τμήματος αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης.

To Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αναθεωρητικής έφεσης, ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε απορρίψει την προσφυγή της εφεσείουσας κατά της νομιμότητας απόφασης της Διοίκησης που είχε απορρίψει αίτημά της για άδεια παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη ενώ είχε ακυρώσει και τη βεβαίωση εγγραφής του τελευταίου με το σκεπτικό ότι φερόταν να έχει τελέσει εικονικό γάμο. Ο λόγος παραμερισμού της πρωτόδικης απόφασης ήταν ότι παραβιάστηκε το νομοθετημένο δικαιώμα ακρόασης των εφεσειόντων  κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να κριθεί αναπόφευκτα πλημμελής και ανεπαρκής η έρευνα που διεξήχθη για το σκοπό έκδοσης της απόφασης της Διοίκησης.

Ειδικά ως προς το δικαίωμα ακρόασης αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση:

«Οι εφεσείοντες, όπως έχει, ήδη, λεχθεί, με έναν από τους λόγους έφεσης, προβάλλουν τη θέση ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης που προβλέπεται στο άρθρο 43(2) του Ν. 158(Ι)/1999.  Υποστηρίζουν, συναφώς, ότι η Υ.Α.Μ. και, κατ' επέκταση, η Συμβουλευτική Επιτροπή κατέληξαν σε συμπεράσματα που άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην απόφαση για κήρυξη του γάμου τους ως εικονικού, στηριχθείσες, κατά μέγιστο βαθμό, στις ανώνυμες καταθέσεις - καταγγελίες της εγγονής του εφεσείοντος και της «γειτόνισσας», τις οποίες οι ίδιοι δεν είχαν την ευκαιρία να πληροφορηθούν και να αντικρούσουν.  Αποδίδουν δε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι οι πιο πάνω καταθέσεις λήφθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο των συνεντεύξεών τους.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, κατά την άποψή τους, να είναι εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση ότι το δικαίωμα ακρόασης ασκήθηκε μέσω των καταθέσεων που οι ίδιοι είχαν δώσει στις Αστυνομικές Αρχές το 2008 και το 2011 και μέσω των διαφόρων επιστολών τους προς τη διοίκηση, εφόσον αυτά είχαν λάβει χώρα πριν από τη λήψη των ανώνυμων καταγγελιών της εγγονής και της «γειτόνισσας».  Οι εφεσίβλητοι αντέταξαν ότι το δικαίωμα ακρόασης διασφαλίστηκε, εφόσον δόθηκε στους εφεσείοντες η ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους, μέσω της ιεραρχικής προσφυγής και, αργότερα, μέσω των συνεντεύξεών τους.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υιοθετώντας την πιο πάνω θέση των εφεσιβλήτων, απέρριψε την εισήγηση των εφεσειόντων για παραβίαση του δικαιώματος ακρόασής τους.   

Σύμφωνα με το άρθρο 7Α(1) και (3) του Νόμου, που διέπει την περίπτωση, το οποίο μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση, οποιαδήποτε στοιχεία και πληροφορίες, προερχόμενα από τρίτα πρόσωπα, τα οποία εγείρουν υποψίες ότι ο γάμος είναι εικονικός, αποτελούν αποδεκτούς παράγοντες για το σκοπό λήψεως της τελικής απόφασης από το Διευθυντή.  Από την άλλη, τo δικαίωμα ακρόασης, υπό περιστάσεις όπως αυτές που αναφέρονται πιο πάνω, παρέχεται ρητά από το νόμο.  Η διατύπωση, ειδικά, του άρθρου 43(2) του Ν. 158(Ι)/1999 δεν αφήνει αμφιβολίες.  Σύμφωνα με αυτό:  «Διοικητικό όργανο που προτίθεται να στηρίξει την απόφασή του σε ισχυρισμούς εναντίον ενός προσώπου οφείλει να παράσχει την ευκαιρία στο πρόσωπο αυτό να υποβάλει τις απόψεις του για τους ισχυρισμούς αυτούς.»  Ασφαλώς, το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να παρέχεται πριν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου διοικητικής φύσεως.  Η κήρυξη ενός γάμου ως εικονικού, αναμφίβολα, αποτελεί διοικητικό μέτρο δυσμενούς φύσεως. Από το γεγονός τούτο, επηρεάζονται τα δικαιώματα και διάφορα άλλα συμφέροντα και προσωπικές συνθήκες του ζεύγους, με δυσμενείς επιπτώσεις για κάθε μέρος του.  Ιδιαίτερα, όταν η σχετική απόφαση βασίζεται σε ισχυρισμούς τους οποίους διατυπώνουν εναντίον τους τρίτα πρόσωπα, τότε τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 43(2) του Ν. 158(Ι)/1999. Παρέχεται, έτσι, στους επηρεαζομένους το δικαίωμα ακρόασης, για να εκφράσουν και οι ίδιοι τις απόψεις τους, συναφώς.   

 Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά την υποβολή της ιεραρχικής προσφυγής των εφεσειόντων προς τον Υπουργό Εσωτερικών, στις 14.7.2010, και κατόπιν οδηγιών του Υπουργού, δόθηκαν, όπως έχει, ήδη, αναφερθεί, οδηγίες στην Αστυνομία για εκ νέου διερεύνηση της συμβίωσης του ζεύγους.  Ανταποκρινόμενες οι Αστυνομικές Αρχές, εξέτασαν, μέσω της Υ.Α.Μ., το ζήτημα και υπέβαλαν την έκθεση ημερομηνίας 20.4.2011 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών.  Αξίζει, εδώ, να σημειωθεί ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι οι δύο σελίδες του συγκεκριμένου εγγράφου είναι μεταξύ τους ασύνδετες, με αποτέλεσμα να απουσιάζουν σημαντικά στοιχεία, όπως, λόγου χάριν, η ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε η συνέντευξη της εφεσείουσας και ο χώρος στον οποίο αυτή είχε εντοπιστεί και, γενικά, να συσκοτίζεται η εικόνα.  Η έκθεση ετέθη, όπως έχει, ήδη, λεχθεί, ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 30.3.2012, η οποία αποφάσισε ότι επρόκειτο περί εικονικού γάμου.  Ακολούθησε η έκδοση της απόφασης από τη Διευθύντρια, βασισθείσας, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτή, «στη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους».

Είναι προφανές ότι η διοίκηση, σε κάθε στάδιο της επανεξέτασης της υπόθεσης των εφεσειόντων, (Υ.Α.Μ., Συμβουλευτική Επιτροπή, Διευθύντρια), βασίστηκε, ως επί το πλείστο, στα όσα προφορικά και ανώνυμα είχαν, ουσιαστικά, καταγγείλει σε βάρος τους, η εγγονή του εφεσείοντος και η «γειτόνισσα».  Δε φαίνεται δε να αναζητήθηκε η άποψη του Κοινοτάρχη Παραλιμνίου, ο οποίος είχε, σε κάποιο προγενέστερο στάδιο, βεβαιώσει εγγράφως τις Αρχές ότι το ζεύγος διέμενε μαζί μετά το γάμο.  ΄Οπως προκύπτει από την έκθεση, οι ισχυρισμοί της «γειτόνισσας» αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις της εφεσείουσας λήφθηκαν «μετά το πέρας των προσωπικών συνεντεύξεων» του ζεύγους, οπόταν παρέμειναν αναπάντητοι.

Οι εφεσείοντες είχαν δικαίωμα ακρόασης, ώστε να εξέθεταν τις απόψεις τους επί των σοβαρών, ως προς την εγκυρότητα του γάμου τους, αναφορών και ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση και στο πόρισμα της Συμβουλευτικής Επιτροπής.  Αυτό επιβαλλόταν, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πληροφορίες που είχαν συλλεγεί, οι οποίες έμελλε, τελικά, να καθορίσουν την έκβαση του αιτήματός τους, αφορούσαν πτυχές του χαρακτήρα και της, εν γένει, συμπεριφοράς τους. Εν ολίγοις, αφορούσαν σε «θέματα προσωποπαγή», χαρακτηρισμό τον οποίο προσέδωσε σε τέτοιου περιεχομένου ισχυρισμούς, με αναφορά στην εφαρμογή του άρθρου 43(2) του Ν. 158(Ι)/1999, η υπόθεση G.P. Iron & Wood Makers Ltd v. Δημοκρατίας (2008)3 Α.Α.Δ. 155, στη σελίδα 163. 

Δεδομένης της κατοχύρωσης, από το άρθρο 43(2) του Ν. 158(Ι)/1999,  του δικαιώματος ακρόασης σε περιπτώσεις όπως η παρούσα και νοουμένου ότι δεν υπήρξε ουσιαστικός αντίλογος σε σχέση  με την εμβέλεια της πιο πάνω νομοθετικής ρύθμισης, εφόσον δεν έχει υποδειχθεί από τη Δημοκρατία πώς θα ήταν δυνατό αυτή να παρακαμφθεί, στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας.  Ως εκ τούτου, η έφεση πρέπει να επιτύχει πάνω στη βάση στην οποία η εξέτασή της έχει προηγηθεί.  Η διαπίστωση για την παραβίαση του νομοθετημένου δικαιώματος ακρόασης των εφεσειόντων καθιστά, αναπόφευκτα, πλημμελή και ανεπαρκή την έρευνα που διεξήχθη για το σκοπό έκδοσης της απόφασης, η οποία πρέπει να ακυρωθεί».

Ολόκληρη η απόφαση είναι διαθέσιμη στο cylaw.org


Σχόλια

Top Legal Stories

Μεταναστευτικό Δίκαιο: Νέοι κανόνες για την άδεια εργασίας/διαμονής

Σημαντική απόφαση του ΕΔΑΔ για την κλιματική αλλαγή: Μη λήψη επαρκών και αποτελεσματικών μέτρων από το κράτος

Πρόστιμο σε ιατρό για παραβίαση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων

Η παραβίαση της υποχρέωσης εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως λόγος ακύρωσης της δανειακής σύμβασης

Κλειστό Κύκλωμα Βιντεοπαρακολούθησης σε σχολεία: Ανακοίνωση της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων