Σεξουαλική πράξη και Συναίνεση: Mέθη, αναισθησία, ύπνος και η περίπτωση της εκ των προτέρων συναίνεσης, με αφορμή το βιασμό 24χρονης

της Κατερίνας Σοφοκλέους, Δικηγόρου

Ένα ακόμα περιστατικό στην Θεσσαλονίκη, με αφορμή τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της 24χρονης, προκαλεί νέα ερωτήματα και κεφάλαια ως προς την νομική πτυχή του θέματος. Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε για ακόμη μία φορά με ένα θέμα που αποτελεί το επίκεντρο των σεξουαλικών αδικημάτων σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος δίκαιου.Ακρογωνιαίος λίθος των σεξουαλικών αδικημάτων αποτελεί το συστατικό στοιχείο της «συναίνεσης», η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Για του σκοπούς του παρόντος, θα ήθελα να παραθέσω τα βασικά γεγονότα της υπόθεσης της Θεσσαλονίκης, χωρίς βέβαια να μπορώ να γνωρίζω την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως διαφαίνεται δημοσιογραφικά, η 24χρονη ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν έδωσε συγκατάθεση για την σεξουαλική πράξη που καταγγέλλει και ούτε ήταν σε κατάσταση που να μπορούσε να δώσει συναίνεση, αφού είχε καταναλώσει ουσία ή αλκοόλ που την καθιστούσε αναίσθητη, ανίκανη να αντιληφθεί το περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν και τί ακριβώς έγινε κατά την διάρκεια της νυκτός. Αντίθετα, ένας εκ των, κατ’ ισχυρισμό, δραστών, υποστηρίζει ότι η σεξουαλική πράξη με την 24χρονη έγινε με την συναίνεση της.

Η δικαιοσύνη έχει το καθήκον πλέον να εξεύρει την αλήθεια και να αποδώσει δικαιοσύνη. Ωστόσο, τα πιο πάνω γεγονότα παρατίθενται, όχι για την υποστήριξη τους ως αληθή αλλά για να τεθεί το υπόβαθρο σε σχέση με την ουσία του παρόντος άρθρου. Η ουσία της υπόθεσης στη Θεσσαλονίκη, δεν είναι τίποτε άλλο, πέρα από την ύπαρξη, νομικά, συναίνεσης κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.

Η ουσία του παρόντος άρθρου είναι να αναλύσει την συναίνεση ως το συστατικό στοιχείο του αδικήματος του βιασμού. Συγκεκριμένα, το ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο μπορεί ένα αναίσθητο ή μεθυσμένο άτομο να συναινέσει. Αυτό το ερώτημα δημιουργεί νέα ερωτηματικά και συγκεκριμένα, το κατά πόσο υπάρχει ικανότητα συναίνεσης (capacitytoconsent) το πρόσωπο σε μία τέτοια κατάσταση, πράγμα που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Ως εκ τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που ένα πρόσωπο είπε «ναι» στην σεξουαλική πράξη, είναι, υπό τις συνθήκες ανίκανο να συναινέσει και άρα νομικά να αίρεται η συναίνεση που είχε δώσει;

Πιο κάτω, λοιπόν, αναλύεται ο ορισμός και η σημασία της «συναίνεσης» σε ένα νομικό σύστημα και το πότε υπάρχει και υπό ποιες συνθήκες το πρόσωπο, θεωρείται, ότι πράγματι έδωσε την συναίνεση του στην σεξουαλική πράξη. Επίσης, γίνεται συγκεκριμένη αναφορά την περίπτωση αναισθησίας ή μέθης κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Τέλος, θα γίνει μία αναφορά στον όρο εκ των προτέρων συναίνεση (in advance consent) που απασχολεί τον διεθνή νομικό κόσμο.

1.Τί είναι «συναίνεση» και ποια ηλειτουργία της σε ένα νομικό σύστημα;

Το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε αφορά την σημασία της συναίνεσης στην νομική θεμελίωση της ποινικής πράξης. Ποιο είναι το περιεχόμενο του όρου «συναίνεση» και ποια η θέση του στο νομικό σύστημα;

Γενικά, όχι μόνο στα σεξουαλικά αδικήματα, η «συναίνεση» σε μία πράξη είναι θεμελιώδες στοιχείο μίας φιλελεύθερης κοινωνίας αλλά ενυπάρχει σε κάθε δημοκρατική δικαιοδοσία. Αν και ο νομικός ορισμός της συναίνεσης διαφέρει από δικαιοδοσία σε δικαιοδοσία, η σημασία και οι λειτουργίες της δεν διαφοροποιούνται στο Ποινικό Δίκαιο. Η «συναίνεση» είναι ένα ισχυρό εργαλείο στο Ποινικό Δίκαιο.[1] Ωστόσο θα πρέπει να γίνει μία ουσιαστική διακριση: είναι ένα ζήτημα η «συναίνεση» και κάτι διαφορετικό η «ικανότητα της συναίνεσης» (capacity to consent). Είναι δύο αλληλένδετα ζητήματα αλλά, ως θα διαφανεί κατωτέρω, όταν ένα πρόσωπο δεν έχει την ικανότητα να συναινέσει, ακόμα και «ναι» να πει στην πράξη που το επηρεάζει, το «ναι» δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Η ικανότητα συναίνεσης είναι νόμιμο δικαίωμα και εγγενές χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης κοινωνίας με συμβολική λειτουργία.

Αρχικά, από νομική άποψη, ο νομικός ορισμός της «συναίνεσης» διαφέρει από δικαιοδοσία σε δικαιοδοσία. Σε γενικές γραμμές και βάση για τον ορισμό της συναίνεσης περιέχει την λογική ότι«συναίνεση» σημαίνει ότι ένα άτομο επιτρέπει να γίνει μια πράξη από κάποιον άλλο, επηρεάζοντας τον/την, η οποία δίνεται σε τόπο και χρόνο με την ελεύθερη βούληση του.

Στα σεξουαλικά αδικήματα στην Κυπριακή έννομη τάξη, ο ορισμός του βιασμού εντοπίζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154.  Σε περίπτωση σεξουαλικής επαφής, το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: «Είχε συναινέσει το παραπονούμενο πρόσωπο κατά το χρόνο της συνουσίας ή όχι; Kαι αν ναι, η συναίνεση της δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή όχι;».[2] Και πέραν τούτων, όμως, σε περίπτωση μέθης, αναισθησίας ή ύπνου, τίθεται εκ των προτέρων το κατά πόσο το θύμα είχε την ικανότητα να συναινέσει, ανεξάρτητα αν εκ των πραγμάτων είπε «ναι» ή δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίσταση.

Ανεξάρτητα από τον ορισμό της έννοιας της συναίνεσης, η «συναίνεση» έχει δύο ζωτικές λειτουργίες στο Ποινικό Δίκαιο.[3] Από τη μία πλευρά, χρησιμοποιείται ως «εργαλείο» είτε για τη νομιμοποίηση δραστηριοτήτων που διαφορετικά θα ήταν εγκληματικές[4] είτε για τον μετριασμό της σοβαρότητας ενός αδικήματος.[5]

Στο Ποινικό Δίκαιο, αν και η «συγκατάθεση» χρησιμοποιείται σε ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων,[6] στο πλαίσιο σεξουαλικών δραστηριοτήτων αποτελεί συστατικό στοιχείο των σεξουαλικών αδικημάτων. Μια συνηθισμένη σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να καταστεί νόμιμη μόνο εάν έχει δοθεί «συναίνεση» σε αυτή. Διαφορετικά, ελλείψει συναίνεσης του ενός μέρους, η σεξουαλική δραστηριότητα καθίσταται αυτόματα ποινικά κολάσιμη πράξη.

Έτσι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η συγκατάθεση χρησιμοποιείται ως «ηθικό»[7] και «νόμιμό» κλειδί λόγω της ικανότητάς της να μεταλλάξει μια ηθική και νόμιμη σεξουαλική δραστηριότητα σε μια ανήθικη και παράνομη δραστηριότητα,[8]αντίστοιχα. Η σεξουαλική δραστηριότητα δεν είναι αυτή καθαυτή λανθασμένα, αλλά η αποτυχία του ενός ατόμου να σεβαστεί την προσωπική αυτονομία και τη σωματική ακεραιότητα του άλλου,[9]μεταλλάσσει τη σεξουαλική δραστηριότητα ως παράνομη πράξη. Συνεπώς, ο ρόλος της συναίνεσης είναι ουσιαστικός αλλά και συμβολικός. Από την μία πλευρά, εκ των πραγμάτων είναι απαραίτητη για την νομιμότητα της σεξουαλικής πράξης και από την άλλη αποτελεί σύμβολο της σεξουαλικής αυτονομίας και σωματικής ακεραιότητας του προσώπου, αφού κανένας δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη που επηρεάζει το άλλο χωρίς την συγκατάθεση του.

2.Ικανότητα (capacity) συναίνεσης

Ένα ιδιαίτερο ζήτημα που προκύπτει, όμως, από την υπόθεση της 24χρονης είναι, πέρα από την συναίνεση, η ικανότητα συναίνεσης. Ένα πρόσωπο, έχει το «δικαίωμα» να συναινέσει μόνο εάν η κοινωνία αναγνωρίσει ότι έχει την επαρκή ικανότητα προς συναίνεση. Πράγματι, η ικανότητα συναίνεσης πηγάζει από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή[10]που περιλαμβάνει τη σεξουαλική αυτονομία.[11] Η παροχή συγκατάθεσης σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί, αυτόνομα, να αποφασίσει εάν θέλει ή όχι να δώσει την άδειά του/της και, επομένως, να αλλάξει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του άλλου μέρους.[12]

Επιπλέον, η αναγνώριση της ικανότητας συναίνεσης αντικατοπτρίζει τον βαθμό σεβασμού που μια δικαιοδοσία έχει στα άτομα ως ανεξάρτητους, σοβαρούς και ορθολογικούς κοινωνούς.[13] Αυτή η κοινωνία είναι ατομικιστική και υποθέτει ότι τα άτομα, οικειοθελώς, ως ίσα και αυτάρκη άτομα, κάνουν τις επιλογές τους ως πτυχές των δικαιωμάτων τους για αυτοδιάθεση,[14] και σωματική ακεραιότητα.[15]

3.Απουσία συναίνεσης λόγω έλλειψης ικανότητας συναίνεσης και το ερώτημα της εκ των προτέρων συναίνεσης στη σεξουαλική επαφή (in Advance consent)

Αφού έχουν αναλυθεί τα ανωτέρω, το βασικό ερώτημα είναι το κατά πόσο ένα πρόσωπο έχει την ικανότητα να συναινέσει ενώ είναι σε κατάσταση λιποθυμίας ή ύπνου. Για τον σκοπό απάντησης στο εν λόγω ερώτημα υπάρχουν 3 στάδια της σεξουαλικής πράξης, στα οποία τίθεται το ερώτημα το κατά πόσο το ένα μέρος συναινεί:

1) όταν το εμπλεκόμενο άτομο είναι ξύπνιο/συνειδητοποιημένο.

2) όταν το άτομο κοιμάται ή είναι αναίσθητο ή χωρίς συνείδηση και τέλος,

3) όταν το άτομο ξυπνά μετά από ύπνο ή αναισθησία.

Στην πράξη, ελλείψει περιστάσεων που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα συναίνεσης, ένα άτομο έχει τη φυσική ικανότητα να συναινέσει στην πρώτηκαι τελευταία περίπτωση, επειδή έχει συνείδηση να ανταποκριθεί θετικάή αρνητικά στη σεξουαλική δραστηριότητα.

Ωστόσο, όταν το άτομο κοιμάται ή είναι αναίσθητο δεν έχει τη φυσική ικανότητα να ανταποκριθεί και να αλληλοεπιδράσει με το άλλο μέρος. Επομένως, από νομική άποψη, ούτε μπορεί να συναινέσει ούτε να θεωρηθεί ότι συναινεί ακόμα κι αν δεναντισταθεί ή δεν προβάλει οποιαδήποτε άρνηση στην σεξουαλική πράξη. Εδώ και πολλά χρόνια έχει καταργηθεί ο νομικός κανόνας ότι απαιτείται βία κατά την σεξουαλική πράξη για να θεωρείται βιασμός. Η έλλειψη αντίστασης ή οποιασδήποτε χρήση βίας δεν καθιστά την πράξη νόμιμη. Με απλά λόγια, δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιο η σιωπηρή συναίνεση. Από την στιγμή που το θύμα δεν ανταποκριθεί θετικά στην σεξουαλική πράξη τότε αυτή είναι ποινικά κολάσιμη. Το πρόσωπο θα πρέπει ξεκάθαρα να ανταποκριθεί θετικά σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη. Η απουσία της θετικής ανταπόκρισης, συνεπάγεται ότι αποτελεί ποινικά κολάσιμη πράξη.

Η συναίνεση, ως συστατικό στοιχείο των σεξουαλικών αδικημάτων θα πρέπει να υπάρχει σε κάθε στάδιο της σεξουαλικής επαφής καθώς το επίκεντρο των σεξουαλικών αδικημάτων είναι η σεξουαλική αυτονομία.[16] Συγκεκριμένα, από τον 20ο αιώνα, η χρήση βίας για την σεξουαλική πράξη, ως συστατικό στοιχείο του βιασμού, αντικαταστάθηκε[17] από την απουσία συναίνεσης.[18]Αυτό ακριβώς αντανακλά, την μετατόπιση της σεξουαλικής αυτονομίας ως κεντρικής αρχής στους νόμους  περί βιασμών.[19]Περαιτέρω, στις ευρωπαϊκές χώρες, η σωματική αντίσταση, από την πλευρά του θύματος, επίσης, εξαλείφθηκε ως υπεράσπιση από πλευράς του θύτη.[20]

Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της αλλαγής είναι η προστασία και η προώθηση της ελεύθερης επιλογής, της αυτονομίας και του ελέγχου του σώματος του ατόμου.[21]Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται ότι: α) ένα πρόσωπο έχει το δικαίωμανα αποφασίζει να εμπλακείσε μία σεξουαλική δραστηριότητα και να επιλέγει ελεύθερα το πρόσωπο με το οποίο να προβεί σε τέτοια πράξη και, β) έχει το δικαίωμα να μην εμπλέκεται σε σεξουαλική δραστηριότητα.

Είναι η ουσία στα σεξουαλική αδικήματα ότι πρόσωπο που δεν μπορεί να επικοινωνήσει, δηλαδή να εκφράσει την συναίνεση του στην σεξουαλική πράξη κατά την διάρκεια που εκτυλίσσεται, θεωρείται δεδομένο ότι δεν συναινεί. Έχει αποδειχθεί ότι η ουσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτονομίας είναι να μπορεί ο κάθε ένας από εμάς να έχει έλεγχο ποιος και πώς αγγίζει το σώμα του.[22] Η προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας και η εξάλειψη της εκμετάλλευσης απαιτεί από ένα άτομο να δίνει πραγματική, ενεργή, συνεχή συγκατάθεση «σε κάθε στάδιο της σεξουαλικής δραστηριότητας».[23]Έχει χαρακτηριστεί ότι η συναίνεση είναι μία ad hoc απόφαση που πρέπει να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο χρόνο, τόπο και πράξη.Από την στιγμή που αρχίζει η σεξουαλική δραστηριότητα μέχρι και την ολοκλήρωση της απαιτεί, κάθε στιγμή, την ύπαρξη συναίνεσης.

Από αυτό συνεπάγεται ότι το εμπλεκόμενο, στην σεξουαλική πράξη, πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει οποιαδήποτε στιγμή την συναίνεση του. Από την στιγμή της ανάκληση, το πρόσωπο μετατρέπεται σε θύμα βιασμού αν ο δράστης δεν τερματίσει την σεξουαλική επαφή. Συνεπάγεται, λοιπόν, ότι εφόσον το εμπλεκόμενο πρόσωπο θα πρέπει να δώσει πραγματική και ενεργεί συγκατάθεση στη σεξουαλική πράξη, η απώλεια των αισθήσεων/ συνείδησης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει απώλεια της συγκατάθεσης του θύματος, αυτόματα. Ακόμα και να υπήρχε αρχικά «προκαταρκτική συναίνεση», αυτή παύει να υφίσταται από την στιγμή που το θύμα χάσει τις αισθήσεις του και άρα ο θύτης καλείτε να τερματίσει την σεξουαλική δραστηριότητα αμέσως. Αυτό εξηγείται, πέραν του πιο πάνω κανόνα, με το ότι το αναίσθητο πρόσωπο, δεν έχει την ευκαιρία και το δικαίωμα να αξιολογήσει τις συνθήκες, να συναινέσει ή να αρνηθεί σε κάποιο στάδιο την σεξουαλική επαφή, λόγω της αδυναμίας του/της να αλλάξει γνώμη σε οποιοδήποτε σημείο πριν ή κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας.[24] Για να το θέσω αλλιώς, «η αναγκαία προϋπόθεση της συναίνεσης, ήτοι η ικανότητα επικοινωνίας συμφωνίας,  απουσιάζει. Το άτομο που έρχεται σε σεξουαλική επαφή με το αναίσθητο, πλέον, πρόσωπο δεν μπορεί να γνωρίζει εάνείχε τις αισθήσεις του θα ανακαλούσε την προηγούμενη συγκατάθεσή της.[25]

Τελευταία, όμως, σε άλλες δικαιοδοσίες γίνεται λόγος για την λεγόμενο «εκ των προτέρων συναίνεση» (Inadvanceconsent). Σε γενικές γραμμές αυτό σημαίνει ότι τα πρόσωπα συμφωνούν εκ των προτέρων όπως έρθουν σε σεξουαλική επαφή είτε όταν το ένα πρόσωπο κοιμάται ή όταν δεν έχει τις αισθήσεις του. Ωστόσο, δεν έχει αναγνωριστεί μία τέτοια υπεράσπιση αφού έχουν εκφραστεί πολλά επιχειρήματα εναντίον μίας τέτοιας υπεράσπισής στο δράση. Τρανό παράδειγμα είναι η περίπτωση της 24χρονης. Με την ύπαρξη μίας τέτοιας υπεράσπισης, υπάρχουν ιδιαίτεροι κίνδυνοι, όπως εκμετάλλευση του θύματος[26]Επομένως, η «εκ των προτέρων συναίνεση» είναι ακατάλληλη για την προώθηση της σεξουαλικής αυτονομίας και των σχετικών αρχών[27]

Συμπέρασμα

Η σεξουαλική επαφή απαιτεί ενεργή συναίνεση. Η ανάκληση της συναίνεσης ή η θέση του θύματος σε κατάσταση ανικανότητας, καθιστά την πράξη παράνομη καθώς εκλείπει η συναίνεση. Η κατάσταση του θύματος θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να είναι ανίκανο να συναινέσει, δηλαδή να μπορεί να αξιολογήσει την κατάσταση και να εκφράσει ελεύθερα την συναίνεση του. Συνεπώς, μία τόσο προσωπική κατάσταση μπορεί να μεταφερθεί στα Δικαστήρια σε περίπτωση που ο θύτης, αγνοώντας την κατάσταση του θύματος και την ανικανότητα του να συναινέσει, προβεί στην σεξουαλική πράξη. Η οποιαδήποτε εκ των προτέρων συναίνεση σταματά να υφίσταται από την στιγμή που το θύμα χάνει την ικανότητα να επικοινωνήσει.

Ως εκ τούτου, τα νομικά ζητήτμα είναι πολλαπλά και αλληλένδετα αλλά ο κανένας είναι ένας: Το «όχι» είναι όχι αλλά η μη ύπαρξη του «όχι» δεν σημαίνει «ναι».

* H Κατερίνα Σοφοκλέους είναι Δικηγόρος/ Νομικός Σύμβουλος LLB (Ucy), LLM- Criminal Law and Criminal Justice, PhD Candidate


[1]George Fletcher, Basic Concepts of Legal Thought (Oxford University Press 1996) 109.
[2]RAHEB HATAMI BEJANDI ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 228/2012, 17/12/2014.
[3]George Fletcher, Basic Concepts of Legal Thought (Oxford University Press 1996) 109.
[4]Nathan Brett, ‘Sexual Offences and Consent’ (1998) 11 Can J. L. and Jurisprudence 69, 69 < Doi: https://doi.org/10.1017/S0841820900001697> accessed 16 April 2020.
[5]Peter Westen, The Logic of Consent (Ashgate 2004) 15.
[6]Michael Plaxton, Implied Consent and Sexual Assault: Intimate Relationships, Autonomy, and Voice (MQUP 2015) 89-90.
[7]Vanessa Munro, ‘Constructing Consent: Legislating Freedom and Legitimating Constraint in the Expression of Sexual Autonomy’ (2008) 41 Akron L Rev 923, 924 < https://www.uakron.edu/dotAsset/728200.pdf> accessed 16 April 2020.
[8]Tom O’Malley and Elisa Hoven, ‘Consent in the Law Relating to Sexual Offences’ in Kai Ambos et al (eds), Core Concepts in Criminal Law and Criminal Justice (Cambridge University Press 2020) 136 accessed 16 April 2020.
[9] Tom O’Malley and Elisa Hoven, ‘Consent in the Law Relating to Sexual Offences’ in Kai Ambos et al (eds), Core Concepts in Criminal Law and Criminal Justice (Cambridge University Press 2020) 139 accessed 16 April 2020.
[10]Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms (European Convention on Human Rights, as amended) (ECHR) art 8.
[11]Norris v. Ireland, no 10581/83, §4, Commission report, 12 March 1987.
[12]Nathan Brett, ‘Sexual Offences and Consent’ (1998) 11 Can J. L. and Jurisprudence 69, 69 < Doi: https://doi.org/10.1017/S0841820900001697> accessed 16 April 2020.
[13]Vanessa Munro, ‘Constructing Consent: Legislating Freedom and Legitimating Constraint in the Expression of Sexual Autonomy’ (2008) 41 Akron L Rev 923, 924 < https://www.uakron.edu/dotAsset/728200.pdf> accessed 16 April 2020.
[14]Vanessa Munro, ‘Constructing Consent: Legislating Freedom and Legitimating Constraint in the Expression of Sexual Autonomy’ (2008) 41 Akron L Rev 923, 924 < https://www.uakron.edu/dotAsset/728200.pdf> accessed 16 April 2020.
[15]Kiran Grewal, ‘The Protection of Sexual Autonomy under International Criminal Law: The International Criminal Court and the Challenge of Defining Rape’ (2012) 10 J. Int'l Crim.Just. 373, 385 < DOI:10.1093/jicj/mqsO2> accessed 16 April 2020.
[16]Stephen Schulhofer, ‘Taking Sexual Autonomy Seriously: Rape Law and Beyond’ (1992) 11 Philosophical Issues in Rape Law 35, 71 < https://www.jstor.org/stable/3504904> accessed 16 April 2020.
[17]Donald Dripps, ‘After Rape Law: Will the Turn to Consent Normalize the Prosecution of Sexual Assault’ (2008) 41 Akron L. Rev. 957, 963-970 accessed 16 April 2020.
[18]MC v Bulgaria, no. 39272/98, §139-140, ECHR 2003-XII.
[19]Donald Dripps, ‘After Rape Law: Will the Turn to Consent Normalize the Prosecution of Sexual Assault’ (2008) 41 Akron L. Rev. 957, 970 accessed 16 April 2020
[20]MC v Bulgaria, no. 39272/98, §157, ECHR 2003-XII.
[21]Richard Klein, ‘An Analysis of Thirty-Five Years of Rape Reform: A Frustrating Search for Fundamental Fairness’ (2008) 41 Akron L. Rev. 981, 1012 accessed 16 April 2020.
[22]R. v. Ewanchuk, [1999] 1 SCR 330 [26].
[23]R. v. J.A., [2011] 2 S.C.R. 440, 477.
[24]R. v. J.A., [2011] 2 S.C.R. 440, 477.
[25]R v Esau [1997] 2 SCR 777 [73]; Lucinda Vandervort, ‘Mistake of Law and Sexual Assault Consent and Mens Rea’ (1987) 2 J. Women & L. 233, 269 < https://heinonline.org/HOL/P?h=hein.journals/cajwol2&i=251> accessed 16 April 2020.
[26]People v. Dancy [2002] 102 Cal. App. 4th 24.
[27]R. v. J.A. 444-446.

Σχόλια