Απόφαση-σταθμός του Επ.Δικαστηρίου Λεμεσού: Δικαιώνει καταθέτη που υπέστη κούρεμα το 2013 και καταλογίζει αμέλεια στη Δημοκρατία και στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου

Απόφαση-σταθμό εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με την οποία δικαίωσε ενάγοντα, Ρώσο καταθέτη της Λαϊκής Τράπεζας επιδικάζοντας αποζημιώσεις €780.832,90 για το «κούρεμα» καταθέσεων που έγινε το 2013, ποσό το οποίο θα κληθούν να πληρώσουν η Κεντρική Τράπεζα και η Κυπριακή Δημοκρατία.

Σύμφωνα με το συμπέρασμα της απόφασης, η απομείωση των καταθέσεων του ενάγοντα οφειλόταν στις αμελείς πράξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη σοβαρή αμέλεια της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και όχι σε λόγους που αφορούν τους κανόνες της αγοράς. Επακόλουθο των πράξεων αυτών ήταν η παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του ενάγοντος.

Ακολουθεί απόσπασμα της απόφασης του δικαστηρίου, το οποίο δημοσιεύθηκε στον ηλεκτρονικό τύπο:

Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα και τη νομική πτυχή που διέπει την παρούσα υπόθεση, κρίνεται ότι η ΚΔ επέδειξε την απαιτούμενη αμέλεια έναντι του ενάγοντα, ως καταθέτη της Λαϊκής για τους ακόλουθους λόγους:

- Η ΚΔ δεν αποτάθηκε έγκαιρα στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς για δανεισμό με δεδομένο ότι ο δανεισμός ήταν απαραίτητος γι’ αυτήν, γεγονός που μεταξύ άλλων δεν της επέτρεπε να ζητήσει επιμήκυνση στην απομείωση των ΟΕΔ, όπως έπραξε η ελληνική κυβέρνηση. (Μόνο αν ήταν σε μνημόνιο). Αργότερα και στη συνέχεια βασίστηκε, χωρίς σοβαρότητα και προγραμματισμό, στην επιλογή του δανεισμού χωρίς να γνώριζε τις ανάγκες των τραπεζών, οι οποίες ήταν πολύ ψηλότερες από τις ανάγκες του κράτους, χωρίς σχέδιο Β, ενώ (Με τη Συμφωνία των Αρχηγών Κρατών ημερομηνίας 26.10.2011) είχε την υποχρέωση και γνώριζε πως αν οι τράπεζες δεν κατόρθωναν από μόνες τους να ανακεφαλαιοποιηθούν, τα κράτη θα τις στήριζαν, οπότε, όταν δεν εγκρίθηκε το δάνειο που ζήτησε βρέθηκε μπροστά σε ανεπιθύμητα διλήμματα και μονόδρομους, χάριν στην απροθυμία της κυβέρνησης να λάβει μέτρα για αποκοπές μισθών αλλά και να πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να εξασφάλιζε δάνειο, γεγονός που την οδήγησε στη ψήφιση του Ν.17(Ι)/2013. Η ΚΔ ανέλαβε ευθύνη δια των τοποθετήσεων των εκπροσώπων της, και ειδικότερα του ΠτΔ ότι δεν επρόκειτο να επιτρέψει «κούρεμα» καταθέσεων, γεγονός που λειτούργησε, δικαιολογημένα, ώστε ο ενάγοντας να μην αποσύρει προγενέστερα τις καταθέσεις του, με αποτέλεσμα να υποστεί πραγματική ζημιά δια της απώλειας τους. Την ευθύνη για την προστασία των καταθετών ανέλαβε η ΚΔ και νωρίτερα δια της καταβολής €1,8 δις για την αγορά των Δικαιωμάτων Προτίμησης που εξέδωσε η Λαϊκή Τράπεζα τον Ιούνιο του 2012. Δεν παραγνωρίστηκε η θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης 2 (ΚΔ) ότι ο ΠτΔ πίστευε ειλικρινά όταν έκανε τη σχετική δήλωση, πως θα πετύχαινε την αποφυγή του «κουρέματος» των καταθέσεων, ωστόσο και με αυτή την εκδοχή κρίνεται πως ενισχύεται το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ΚΔ ανέλαβε την ευθύνη της προστασίας των καταθετών και των δικαιωμάτων τους, πλην όμως δια της προγενέστερης χρονικά αμέλειας της, ως έχει πιο πάνω επεξηγηθεί, προκάλεσε εντέλει ζημιά στα συμφέροντα του ενάγοντα ως καταθέτη.

- Η εγγύτητα της ΚΔ εδράζεται στις συνταγματικές υποχρεώσεις της για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στη Δημοκρατία, ειδικότερα του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και στη θετική υποχρέωση που είχε για την εν λόγω προστασία.

- Η προβλεψιμότητα συνίσταται στο γεγονός ότι εύλογα μπορούσε να προβλέψει, και/η ο κίνδυνος ήταν υπαρκτός, δεδομένων των δικών της οικονομικών αναγκών, πως το αποτέλεσμα της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις δύο συστημικές τράπεζες, θα ήταν η κατάρρευση των δύο συστημικών τραπεζών και κατ’ επέκταση η απώλεια των καταθέσεων, ή μέρος αυτών, των καταθετών.

- Κατάληξη του Δικαστηρίου αποτελεί πως η απομείωση των καταθέσεων του ενάγοντα οφειλόταν στις αμελείς πράξεις της ΚΔ και στη σοβαρή αμέλεια της ΚΤΚ και όχι σε λόγους που αφορούν τους κανόνες της αγοράς. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο το 2009 δεν αντιμετωπίστηκε ως θα έπρεπε από την κυβέρνηση, ως του υπεύθυνου θεσμού για τον σχεδιασμό, ανάπτυξη και προστασία της οικονομίας, αλλά ούτε και από την ΚΤΚ ως θεσμικού οργάνου – επόπτη, που ήταν ο προστάτης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ορθής λειτουργίας των τραπεζών, καθώς και του ελέγχου γενικότερα του τραπεζικού συστήματος, και της προστασίας των καταθετών, μεταξύ αυτών και του ενάγοντα. Επακόλουθο όλων η παραβίαση του δικαιώματος της περιουσίας του ενάγοντα.

- Είναι χρήσιμο ακόμη να επισημανθεί πως αν και υπήρχαν ανεξασφάλιστοι καταθέτες, οι οποίοι είχαν καταθέσεις σε υποκατάστηματα της Λαϊκής στην Ελλάδα, αυτών δεν απομειώθηκαν οι καταθέσεις παρά μόνο οι καταθέτες στην Κύπρο, οι οποίοι όμως θα έπρεπε να τύχουν της ισότητας νόμου (βλέπε Άρθρο 28 του Συντάγματος). Συνακόλουθα κρίνεται πως ακόμη και στο πλαίσιο εφαρμογής της νομοθεσίας Ν.17(Ι)/2013 δεν επιτεύχθηκε ένα λογικό ισοζύγιο μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων (βλ. σκέψη 43 υπόθεση Pressos Compania Naviera SA κα v Βελγίου (App. No. 17849/91 ΕΔΑΔ,) ημερομηνίας 20.11.1995).

- Επιπλέον και ανεξάρτητα των προαναφερόμενων ως προς την ευθύνη της ΚΔ, κρίνεται πως αυτή ευθύνεται και εκ προστήσεως, ούτως ή άλλως, υπό τα γεγονότα της υπόθεσης, στη βάση του Άρθρου 172 του Συντάγματος λόγω της ευθύνης της ΚΤΚ στην πρόκληση ζημιογόνας και άδικης πράξης έναντι του ενάγοντα, δια της σοβαρής αμέλειας στηριζόμενης στις πράξεις και παραλείψεις της ΚΤΚ, κατά την άσκηση αμελώς του εποπτικού της καθήκοντος, αποκλίνοντας από την εξουσία που είχε για πιο αποτελεσματική παρέμβαση προκειμένου να προστατεύονταν τα συμφέροντα των καταθετών και του ενάγοντα.

- Αναφορικά με τη θέση του ενάγοντα σ’ ότι αφορά τη συνταγματικότητα και την εφαρμογή του Ν.17(Ι)/2013 κρίνεται πως η λήψη μέτρων εξυγίανσης, υπό τις περιστάσεις που διαμορφώθηκαν το 2013, ήταν δικαιολογημένη, εφόσον το κράτος πλέον αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να προστατευθεί όσο ήταν δυνατό το δημόσιο γενικότερο συμφέρον. Δεν επρόκειτο απλά για την ενίσχυση κάποιου ταμείου. Τα μέτρα εξυγίανσης ως προκύπτει από τα ευρήματα ήταν μονόδρομος προκειμένου να διασωθεί η οικονομία του κράτους και να αποφευχθεί η χρεωκοπία και όλες οι επακόλουθες συνέπειες ως αυτές περιγράφονται στα ευρήματα. Υπό τις περιστάσεις ο Ν.17(Ι)/2013 δεν είναι επιτρεπτό να κριθεί αντισυνταγματικός. Άλλωστε, κατά το χρόνο που ψηφίστηκε, οι καταθέσεις του ενάγοντα κινδύνευαν ούτως ή άλλως να απωλεσθούν ή να ακολουθήσει εκκαθάριση το αποτέλεσμα της οποίας προφανώς δεν θα έσωζε το σύνολο των καταθέσεων του. Συνεπώς η όποια ζημιά του δεν ήταν προϊόν της ψήφισης του Ν.17(Ι)/2013 αλλά των αμελών πράξεων της ΚΔ και της ΚΤΚ που οδήγησαν στη ψήφιση του, ως αυτές έχουν καταγραφεί προγενέστερα (βλέπε και συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-597/18, Counsil v. K. Chrysostomides & Co. and Others, ECLI:EU:C:2020:1028, αναφορικά με την αρχή της αναλογικότητας). (Σημειώνεται ότι την εν λόγω υπόθεση χειρίστηκε το δικηγορικό γραφείο A.CHR. THEOPHILOU LLC).

Με ανακοίνωση της η Νομική Υπηρεσία γνωστοποίησε την πρόθεση του Γεν.Εισαγγελέα να καταχωρήσει έφεση  εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου 2023. Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι «η δικαστική απόφαση είναι η πρώτη που δικαιώνει ενάγοντα σε παρόμοιας φύσεως υπόθεση και αποκλίνει από όλες τις προηγούμενες αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι σήμερα, όπου παρόμοιες απαιτήσεις απορρίφθηκαν». 

Σε αντίθεση πάντως με προηγούμενες ανακοινώσεις της Νομ.Υπηρεσίας που αφορούσαν αποφάσεις δικαστηρίων πάνω στο ίδιο θέμα, οι οποίες απέρριψαν αντίστοιχες αγωγές, στις οποίες γινόταν εκτεταμένη αναφορά στο σκεπτικό των αποφάσεων, για την συγκεκριμένη απόφαση δεν υπάρχει καμία αναφορά στο σκεπτικό του δικαστηρίου που δικαίωσε τον ενάγοντα καταθέτη. (πληροφορίες από kathimerini.com.cy/ photo: freepik.com)

Σχόλια

Top Legal Stories

Κατάργηση του περί Δικαστηρίων (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1974

Ο περί Διαφανών και Προβλέψιμων Όρων Εργασίας (Τροποποιητικός) Νόμος 85(Ι) του 2024

Δύο (2) κενές μόνιμες θέσεις Νομικού Λειτουργού στο Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας, Νομική Υπηρεσία

Fostering Innovation in Financial Services: An Analysis of the CySEC Regulatory Sandbox

Δημόσια βλάβη: Τροποποίηση στο άρθρο 115 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου