Απορρίφθηκε η αίτηση του Ρίκκου Ερωτοκρίτου κατά της νομιμότητας της κράτησής του. Το σκεπτικό της απόφασης

Απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (απόφαση της 12ης Μαϊου 2017) η αίτηση του καταδικασθέντος πρώην Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου για έκδοση εντάλματος habeas corpus ad subjiciendum προς έλεγχο της νομιμότητας της κράτησης του και την άμεση απελευθέρωση του, με την οποία ισχυριζόταν ότι η διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του Κακουργιοδικείου είναι άκυρη και παράνομη εξ υπαρχής.   
Ο αιτητής, πρώην Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, κρίθηκε ένοχος στην ποινική υπόθεση αρ. 928/2015 από το Κακουργιοδικείο που συνεδρίασε στη Λευκωσία, το οποίο τον καταδίκασε και την 1.3.2017 του επέβαλε ποινή φυλάκισης. Η απόφαση του Κακουργιοδικείου έχει εφεσιβληθεί. 
Η θέση του αιτητή συνοψίζόταν  στο ότι  εφόσον κατά το χρόνο έναρξης της ποινικής δίωξης εναντίον του, της παραπομπής του στις 26.6.2015 από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Κακουργιοδικείο, για τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, καθώς  και για κάποιο χρονικό διάστημα μεταγενέστερα, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, κατείχε το αξίωμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, μέχρι την παύση του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 2.10.2015, υπηρετούσε «υφ' ους όρους οι δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου».  Συνεπώς, ετύγχαναν εφαρμογής στην περίπτωση του οι πρόνοιες του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ειδικά του Άρθρου 112, στη βάση των οποίων απολάμβανε «πλήρους ασυλίας». Σημειώνεται ότι τέτοια εισήγηση δεν έγινε ενώπιον του Κακουργιοδικείου.
Όπως σημειώνει το Δικαστήριο, συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι η δικαιοδοσία για την έκδοση εντάλματος habeas corpus ασκείται μόνο στις περιπτώσεις που στοιχειοθετείται παράνομη κράτηση ή φυλάκιση. Η εμβέλεια και το δικαιοδοτικό πεδίο του εντάλματος δεν είναι απεριόριστο. 
Επίσης επισημαίνει ότι είναι σταθερή η νομολογία στη διακήρυξη ότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητας δικαστικής απόφασης είτε του Κακουργιοδικείου είτε του Εφετείου στα πλαίσια του προνομιακού εντάλματος habeas corpus. 
Αναφέρει επίσης το Δικαστήριο: «Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση του εφεσείοντα για habeas corpus, ο οποίος αμφισβητούσε την νομιμότητα και την εγκυρότητα της όλης διαδικασίας ενώπιον του Κακουργιοδικείου, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου,  στην υπόθεση Γεωργιάδης (Αρ.3) (ανωτέρω) παρατήρησε, με αναφορά και στην Αγγλική νομολογία, ότι: «το ένταλμα habeas corpus δεν χορηγείται σε πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί δυνάμει κατηγορητηρίου. Και δεν χορηγείται για αναθεώρηση δικαστικών αποφάσεων που θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν με έφεση»
Παρόλο που η κατάληξη αυτή σφράγιζε τη μοίρα της έφεσης, η Ολομέλεια αποδέχθηκε, περιθωριακά έστω, και το δεύτερο λόγο για τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη την αίτηση του εφεσείοντα για habeas corpus,   ότι δηλαδή,  συνιστούσε, σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας επί του θέματος, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ 217).  Αυτό γιατί τόσο η έφεση  που ο εφεσείων είχε ασκήσει κατά της απόφασης του Κακουργιοδικείου όσο και η διαδικασία habeas corpus επεδίωκαν όμοιο σκοπό - την ανατροπή της καταδικαστικής απόφασης η οποία θα οδηγούσε στην απελευθέρωση του.
Η Γεωργιάδης (Αρ.3) υιοθετήθηκε στην υπόθεση Καυκαρή (ανωτέρω) όπου η Ολομέλεια παρατήρησε ότι  η αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του Κακουργιοδικείου «βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο αίτησης για Ηabeas Corpus».
Το παραπάνω απόσπασμα από τη Γεωργιάδης (Αρ.3), υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια και στην Αναφορικά με την Αίτηση του Χρίστου Συμιανού (2005) 1 Α.Α.Δ 932, όπου υπογραμμίστηκε ότι: «Στα πλαίσια του προνομιακού εντάλματος habeas corpus δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητας δικαστικής απόφασης είτε του Κακουργιοδικείου είτε του Εφετείου».
Εν προκειμένω, ο αιτητής έχει καταδικασθεί και εκτίει ποινή φυλάκισης η οποία του επιβλήθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο, με δεδομένο ότι στη δικαιοδοσία του Κακουργιοδικείου εμπίπτουν υποθέσεις του αυτού είδους με την υπόθεση στην οποία ο αιτητής κρίθηκε ένοχος.  Η απελευθέρωση του αιτητή περνά μέσα από την ανατροπή της καταδικαστικής απόφασης του Κακουργιοδικείου, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να είναι ισχυρή, γεγονός το οποίο αυτοτελώς, σύμφωνα με την ανωτέρω δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία της Ολομέλειας, σφραγίζει την τύχη της αίτησης, αφού δεν χωρεί έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus προς έλεγχο της νομιμότητας της εν λόγω απόφασης.
Βέβαια, η νομιμότητα της καταδίκης και της επιβληθείσας στον αιτητή ποινής μπορεί να αμφισβητηθεί αποτελεσματικά με το ένδικο μέσο της έφεσης, δικαίωμα που ο αιτητής έχει ήδη ασκήσει με την καταχώρηση, στις 7.3.2017, σχετικής ειδοποίησης, δηλαδή πριν από την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Η παράλληλη, όμως, υιοθέτηση των δύο ένδικων μέσων, της έφεσης και της αίτησης, για την επιδίωξη όμοιου σκοπού, δηλαδή  την απελευθέρωση του αιτητή, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, καθιστώντας την αίτηση απορριπτέα και για αυτό το λόγο (βλ. Γεωργιάδης (Αρ.3)  και Περέλλα (ανωτέρω)). Είναι δε αδιάφορο ότι στην έφεση δεν περιλαμβάνεται η ίδια θεραπεία που επιδιώκεται με την αίτηση (Γεωργιάδης (Αρ.3))».
Ενόψει του ως άνω σκεπτικού το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. 
(δημοσίευση απόφασης: cylaw.com)

Σχόλια

Χώρος Διαφήμισης

Χώρος Διαφήμισης

Το Νομικό & Δικαστικό Portal της Κύπρου