Οικονομική κρίση, Μνημόνια και Πολιτικά και Ατομικά Δικαιώματα: Οι περιπτώσεις Κύπρου και Ελλάδας

Της Ερμιόνης Τζηρίδου, απόφοιτης Νομικής Σχολής
Λόγω της σοβαρής οικονοµικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται τα κράτη, οι κυβερνήσεις σχεδίασαν πολύ γρήγορα τις πολιτικές λιτότητας που εφάρµοσαν χωρίς τον απαραίτητο κοινωνικό διάλογο και χωρίς τη συµµετοχή των πολιτών, παραβιάζοντας έτσι το δικαίωµα στη συµµετοχή δηµοσίων υποθέσεων και στη διαφάνεια.
Ακόµη, ως αποτέλεσµα των πιο πάνω, οι πολίτες πραγµατοποιούσαν και ακόµη πραγµατοποιούν διαδηλώσεις κατά των µέτρων λιτότητας που αποφασίστηκαν και εφαρµόστηκαν ερήµην τους. Στις διαδηλώσεις αυτές σηµειώνονται αρκετά βίαια περιστατικά και συγκρούσεις διαδηλωτών µε τα όργανα των κρατών.
Πολλές κυβερνήσεις, µάλιστα, καταδικάζουν τέτοιες πράξεις παραβιάζοντας το δικαίωµα στην ελευθερία της έκφρασης και ειρηνικής συνάθροισης µε αποτέλεσµα να αµφισβητείται το δηµοκρατικό σύστηµα[1] .
Άλλο παράδειγµα παραβίασης ατοµικού - πολιτικού δικαιώµατος είναι το δικαίωµα στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη, καθώς λόγω της αύξησης των δικαστικών δαπανών πολλοί πολίτες αδυνατούν να πληρώσουν τα έξοδα και δεν καταθέτουν τις αγωγές τους.
Έκτος αυτού, όµως, µειώθηκαν παράλληλα και οι προϋπολογισµοί για τη δικαιοσύνη σε αρκετές χώρες, µαζί µε τη µείωση δαπανών σε άλλες δηµόσιες και ιδιωτικές λειτουργίες όπως είναι τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης (περικοπές προσωπικού και µισθών αλλά και παύση λειτουργίας πολλών καναλιών). Πλήττεται, έτσι, η λεγόµενη “τέταρτη εξουσία” που αποτελεί έναν θεµελιώδη πυλώνα της δηµοκρατίας.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ
Η παγκόσµια οικονοµική κρίση, που εκδηλώθηκε αρχικά στις ΗΠΑ τον Αύγουστο του 2007 και επιδεινώθηκε ραγδαία το Φθινόπωρο του 2008 µε την κατάρρευση της τράπεζας Lehman Brother, άρχισε να επηρεάζει και την Ελλάδα, ιδιαίτερα από τον Οκτώβριο του 2008 κι έπειτα.
Το έλλειµµα της κυβέρνησης είχε υπερβεί το 4% του ΑΕΠ και η Ελλάδα αναγκάστηκε να υπαχθεί στη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείµµατος την Άνοιξη του 2009, µε το δηµόσιο χρέος να αυξάνεται ξεπερνώντας το 97%. Η οικονοµική κατάσταση της Ελλάδας επιδεινώθηκε δραµατικά τον επόµενο χρόνο, ωστόσο η σοβαρότητα της κατάστασης και ο κίνδυνος της οικονοµικής κατάρρευσης δεν είχε συνειδητοποιηθεί.
Για σκοπούς αντιµετώπισης της οικονοµικής ύφεσης, η Ελλάδα τα επόµενα χρόνια υπογράφει σειρά µνηµονίων και υιοθετεί σχέδια διάσωσης από τις αρχές Μαΐου του 2010 κατόπιν υπόδειξης της “Τρόικα”, την οποία αποτελούν το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας βασιζόταν (και ακόµα βασίζεται) στη λήψη υπέρογκων δανείων για να µην οδηγηθεί η χώρα σε πλήρη οικονοµική κατάρρευση.
Τα προγράµµατα διάσωσης του κράτους µέλους  προέβλεπαν ρητώς ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να εφαρµόσει σκληρά δηµοσιονοµικά µέτρα λιτότητας και αυτό αποτελούσε προϋπόθεση για λήψη των δανείων προκειµένου να αποφευχθεί η χρεοκοπία και η έξοδος από την ευρωζώνη. Τα µέτρα αυτά, όµως, επηρέαζαν αρνητικά τους Έλληνες πολίτες, την αγορά εργασίας, τη φορολογία, τις κοινωνικές παροχές, την υγεία, τον δηµόσιο τοµέα, τις ελληνικές επιχειρήσεις, οικογένειες, εργαζοµένους και συνταξιούχους.
Πιο συγκεκριµένα, το 2012 η Ελλάδα κατήργησε 150.000 - 250.000 θέσεις εργασίας µέχρι το 2015 και πάγωσε τις προσλήψεις στο δηµόσιο, καθώς αυτά τα µέτρα προέβλεπε το σχέδιο λιτότητας. Καταργήθηκαν ο 13ος και 14ος µισθός στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα ενώ οι µισθοί υπέστησαν σειρά περικοπών.
Ο κατώτατος µισθός περικόπηκε κατά 22% για τους εργαζοµένους άνω των 25 ετών, ενώ κατά το 32% περικόπηκε για όλους τους εργαζοµένους κάτω των 25[2]. Σωρεία επιδοµάτων µειώθηκαν κατά µεγάλο ποσοστό, όπως το επίδοµα ανεργίας που µειώθηκε κατά 20% ενώ όσον αφορά στην αγορά εργασίας, µειώθηκε ακόµα και ο χρόνος κοινοποίησης της απόλυσης. Οι δαπάνες στον τοµέα της δηµόσιας υγείας µειώθηκαν µέσω περικοπών µισθών και µειώσεων αριθµού εργαζοµένων στο χώρο της υγείας [3].
Το 2016 το ΑΕΠ της χώρας έφτασε στο 179,2 % στο δηµόσιο χρέος ενώ το 2017  σηµειώθηκε µια µικρή µείωση κατά 1,2 % σύµφωνα µε την Eurostat. Αυτά είναι µερικά από τα µέτρα λιτότητας που η Ελλάδα υποχρεώθηκε να λάβει λόγω της οικονοµικής κρίσης και το αποτέλεσµα αυτών, ήταν αφενός η παραβίαση θεµελιωδών ανθρωπίνων δικαιωµάτων και αφετέρου οι αντιδράσεις και διαµαρτυρίες των πολιτών της χώρας, που πολλές φορές κατέληγαν σε βίαιες συµπλοκές µε την Αστυνοµία και σε πρόκληση ζηµιών σε ξένες περιουσίες.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η πολύ πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις 3 Μαΐου 2017, όπου αγωγή Ελλήνων συνταξιούχων του ΟΤΕ απορρίφθηκε. Συγκεκριµένα, ζητούσαν αποκατάσταση της ζηµιάς που υπέστησαν, δυνάµει του Άρθρου 268 της ΣΛΕΕ, λόγω των περικοπών των συντάξεων τους, σύµφωνα µε τις πρόνοιες του µνηµονίου. Υποστήριξαν ότι ο Έλληνας νοµοθέτης ακολουθώντας το Άρθρο 126 της ΣΛΕΕ, υποχρεώθηκε να θεσπίσει παράνοµα τους εν λόγω νόµους για µειώσεις συντάξεων.
Το Δικαστήριο ανέφερε ότι “το αποφασιστικό κριτήριο για να γίνει δεκτό ότι συντρέχει κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης είναι η πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση, από το συγκεκριµένο θεσµικό όργανο, των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια ” και λόγω της οικονοµικής κατάστασης της χώρας και του υπερβολικού ελλείµµατος, “ … τα δηµοσιονοµικά µέτρα που προβλέπουν οι επίµαχες αποφάσεις συζητήθηκαν διεξοδικά µε την Ελληνική Κυβέρνηση και συµφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ … Ειδικότερα, η περικοπή των συντάξεων και η κατάργηση των επιδοµάτων είχαν ήδη προβλεφθεί µε το Μνηµόνιο Συνεννόησης που υπογράφηκε στις 3 Μαΐου 2010. Συνεπώς, υπό το πρίσµα των ανωτέρω, δεν ήταν προδήλως αδικαιολόγητο να προβλεφθεί η λήψη διαφόρων µέτρων εξοικονόµησης δαπανών, συµπεριλαµβανοµένων των συνταξιοδοτικών. Ως εκ τούτου, το Συµβούλιο, εκδίδοντας τις επίµαχες αποφάσεις, δεν υπερέβη τα όρια της ευρείας διακριτικής ευχέρειάς του ”.
Καταλήγοντας το Δικαστήριο έκρινε ότι “βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι το Συµβούλιο διέπραξε κατάφωρη 36 παράβαση κανόνα δικαίου που απονέµει δικαιώµατα στους ιδιώτες ”[4], απορρίπτοντας την αγωγή.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΥΠΡΟΥ
Η Κύπρος µέχρι το 2008, θεωρείται πως είχε µια σχετικά σταθερή οικονοµία και µικρό δηµοσιονοµικό πλεόνασµα. Όταν κατέρρευσαν οι µεγάλες αµερικανικές τράπεζες, το ξέσπασµα της οικονοµικής κρίσης µεταφέρθηκε στην Ευρώπη και λόγω του ότι η Κύπρος δεν έλαβε εγκαίρως τα απαραίτητα οικονοµικά µέτρα, το µικρό πλεόνασµα εξανεµίστηκε και άρχισαν τα πρώτα προβλήµατα το 2009.
Η κατάσταση της Κύπρου χειροτέρευε µε αποτέλεσµα το 2011, το κράτος µέλος να έχει αποκλειστεί από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές κι έτσι η χρηµατοδότηση των αναγκών του περιορίστηκε. Αποκορύφωµα των πιο πάνω γεγονότων, ήταν η απόφαση της κυπριακής κυβέρνησης, έπειτα από σύγκληση των χωρών της Ευρωζώνης και των αρµόδιων φορέων, να προβεί στο γνωστό “κούρεµα” ιδιωτικών καταθέσεων το Μάρτιο του 2013, σε δύο από τα µεγαλύτερα χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα της χώρας (Λαϊκή Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου) για να µην οδηγηθεί η χώρα σε χρεοκοπία.
Το τελικό ποσοστό του κουρέµατος των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ έφτασε το 47,5 %. Η Κύπρος υποβλήθηκε σε καθεστώς µνηµονίου και σε ειδικό πρόγραµµα αναδιάρθρωσης. Πολλοί Κύπριοι καταθέτες στράφηκαν µε προσφυγές[5] κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο ΔΕΕ, ζητώντας την ακύρωση της πράξης του Eurogroup, ισχυριζόµενοι ότι η απόφαση για το κούρεµα ως µέτρο εξυγίανσης του τραπεζικού συστήµατος της χώρας, παραβίαζε τα κατοχυρωµένα ανθρώπινα δικαιώµατά τους που ρυθµίζονται όχι µόνο από το Σύνταγµα της Κυπριακής Δηµοκρατίας[6] αλλά και από το Χάρτη των Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[7] , όσο και από τη Σύµβαση για την Προάσπιση των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και των Θεµελιωδών Ελευθεριών του Συµβουλίου της Ευρώπης[8] .
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές το 2014, υπογραµµίζοντας ότι η χρηµατοοικονοµική βοήθειας προς την Κύπρο προερχόταν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισµό Σταθερότητας (ΕΜΣ), ο οποίος δεν αποτελεί θεσµικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΔΕΕ επικύρωσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου απορρίπτοντας εκ νέου τις προσφυγές.
Ωστόσο, σε αντίθεση µε την πρώτη απόφαση, το ΔΕΕ υπογράµµισε ότι, παρόλο που τα µέτρα που λήφθηκαν το Μάρτιο του 2013 προέρχονταν από τον ΕΜΣ, οι Κύπριοι προσφεύγοντες είχαν δικαίωµα να αξιώσουν αποζηµιώσεις από τα θεσµικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς αυτά συµµετέχουν στο πρόγραµµα του ΕΜΣ.
Βέβαια, αναφορικά στην αξιολόγηση των συγκεκριµένων αποζηµιώσεων, το ΔΕΕ αποφάσισε ότι αυτές είναι απορριπτέες, καθώς το κυπριακό µνηµόνιο ανταποκρινόταν “στο σκοπό του γενικού συµφέροντος που επιδιώκει η ΕΕ”. Τέτοιος σκοπός θεωρείται “η διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήµατος της Ευρωζώνης” ενώ σχετικά µε τα µέτρα που λήφθηκαν, αυτά “δεν συνιστούν υπέρµετρη και απαράδεκτη παρέµβαση στην ουσία του δικαιώµατος ιδιοκτησίας των καταθετών (βάσει του Άρθρου 17 § 1 του Χάρτη Θεµελιωδών Δικαιωµάτων). Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως αδικαιολόγητοι περιορισµοί του εν λόγω δικαιώµατος”.
Η πιο πάνω απόφαση αποτελεί σταθµό για τα ευρωπαϊκά δρώµενα, καθώς είναι η πρώτη φορά που ευρωπαϊκή δικαστική απόφαση αναφέρει ρητώς ότι τα ευρωπαϊκά θεσµικά όργανα και πιο συγκεκριµένα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεσµεύονται από το Χάρτη των Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόµα κι αν ενεργούν στο πλαίσιο των µνηµονιακών προγραµµάτων, ενώ τονίζεται ότι η Επιτροπή οφείλει “να διασφαλίσει ότι τέτοια µνηµονιακά προγράµµατα είναι σύµφωνα µε τα θεµελιώδη δικαιώµατα που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη.”
Παράλληλα, η σηµαντικότητα της απόφασης αυτής έγκειται και στο γεγονός ότι διαφάνηκε και τονίστηκε η απουσία διεθνούς ευθύνης που έχουν οι διεθνείς οργανισµοί, συµπεριλαµβανοµένου και του ΕΜΣ, η οποία έχει αναγνωριστεί συγκεκριµένα το 1949[9] και εξελίχθηκε µε την ολοκλήρωση του Σχεδίου των Άρθρων περί 48 Διεθνούς Ευθύνης των Διεθνών Οργανισµών.
(*Απόσπασμα από την Πτυχιακή Εργασία "Η επιβολή εκ µέρους Ευρωπαϊκών και Διεθνών Οργανισµών µέτρων χρηµατοοικονοµικής σταθερότητας σε χώρες µνηµόνιου και η συµβατότητα τους µε τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης" της Ερμιόνης Τζηρίδου, απόφοιτης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Frederick με επιβλέποντα καθηγητή τον Δρ Κωνσταντίνο Κουρούπη, Λέκτορα του Τµήµατος Νοµικής)
------------------------------------------------------------------------------
[1] Βλ. Έκθεση του Επιτρόπου για την Ισπανία, (2013), σελ. 22-26. Βλ. επίσης Έκθεση της Amnesty 40 International, “Police Violence in Greece: Not just “isolated incidents” ”, 2012.
[2] Το µέτρο αυτό κρίθηκε ότι παραβιάζει το δικαίωµα στη δίκαιη και ίση αµοιβή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή 41 Κοινωνικών Δικαιωµάτων. Βλ. Complaint No. 66/2011, Decision on the Merits, 23 May 2013.
[3] Βλ. OECD, OECD Health Data 2013. How Does Greece Compare, διαθέσιµο στην ηλεκτρονική διεύθυνση 42 http://www.oed.org/health/health-systems/oecdhealthdata.htm
[4] Απόφαση Γενικού Δικαστηρίου, Λεϊµονιά Σωτηροπούλου ν. Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2017), 43 ηλ. διεύθυνση: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf? text=&docid=190302&pageIndex=0&doclang=EL&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=376666
[5] Αποφάσεις στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-8/15 P Ledra Advertising κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C-9/15 44 Ελευθερίου κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ και C-10/15 P Θεοφίλου κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, καθώς και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-105/15 P Μαλλής και Μαλλή κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C-106/15P Ταµείο Προνοίας Προσωπικού Τραπέζης Κύπρου κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C- 107/15 P Χατζηθωµά κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C- 108/15 P Χατζηιωάννου κατά Επιτροπής και ΕΚΤ και C-109/15 P Νικολάου κατά Επιτροπής και ΕΚΤ
[6] Άρθρο 23 (1) του Κυπριακού Συντάγµατος: “Έκαστος, µόνος ή από κοινού µετ’ άλλων, έχει το δικαίωµα να 45 αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασµόν του τοιούτου δικαιώµατος αυτού.”
[7] Το Άρθρο 17 του Χάρτη Θεµελιωδών Δικαιωµάτων αφορά στο “Δικαίωµα στην ιδιοκτησία”
[8] Το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που αφορά στην προστασία της ιδιοκτησίας.
[9] Βλ. Γνωµοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου περί της αποζηµιώσεως για ζηµιές προξενηθείσες κατά την 48 Υπηρεσία στα Ηνωµένα Έθνη.

Σχόλια