Δημόσιες προτάσεις εξαγοράς για την απόκτηση τίτλων εταιρείας και η προστασία της μειοψηφίας (Νόμος 41(Ι)/2007)

Της Πηνελόπης Χαραλάμπους, απόφοιτης Νομικής Σχολής
Στα πλαίσια ενσωμάτωσης του Κοινοτικού Δικαίου στην Εθνική Νομοθεσία, και πιο συγκεκριμένα για την υιοθέτηση της Οδηγίας για τις Δημόσιες Προτάσεις Εξαγοράς Τίτλων Εταιρείας, δημιουργήθηκε ο Νόμος 41(Ι).2007. 
Με τον Νόμο αυτό, το Κυπριακό Νομικό Σύστημα διασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την προστασία των επενδυτών και ειδικότερα της μειοψηφίας. Μέσω αυτού, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως εποπτική αρχή επεμβαίνει όποτε το κρίνει αναγκαίο, και είναι υπεύθυνη για την επίβλεψη, την εφαρμογή και την επιβολή του Νόμου συνεπώς και της προστασίας της μειοψηφίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Όσον αφορά την εξαγορά εταιρειών, μια από τις βασικότερες αρχές που ακολουθείται είναι η ίση μεταχείριση όλων των μετόχων και ιδιαίτερα όσον αφορά το κομμάτι της δίκαιης αντιπαροχής. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου προβλέπονται κριτήρια για το πώς πρέπει να καθορίζεται το ποσό που θα προσφερθεί από τον προτείνων,[1]  ενώ παράλληλα δεν δύναται ο μικρομέτοχος να λάβει χαμηλότερη αντιπαροχή από έναν μεγαλομέτοχο,[2]  και σε περίπτωση που έχει δοθεί υψηλότερη τιμή ο Νόμος επιβάλλει απόλυτη διαφάνεια και εξίσωση προς τα πάνω για την αποφυγή οποιασδήποτε αδικίας ή εκμετάλλευσης των μειονοτήτων.
Σε τέτοιες περιπτώσεις η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την αναθεώρηση μιας δημόσιας πρότασης και των όρων αυτής, ορίζοντας εξίσωση προς τα πάνω,  έτσι ώστε όλοι οι μέτοχοι να απολαμβάνουν ισότιμη μεταχείριση ανεξαρτήτως του αριθμού ή της αξίας των μετοχών που διακατέχουν. 
Όπου η μειοψηφία πιστεύει ότι καταπατώνται τα δικαιώματά της, έχει αγώγιμο δικαίωμα να κινηθεί νομικά κατά της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ζητώντας αποζημιώσεις. Επίσης, καθότι οι κάτοχοι τίτλων ενημερώνονται με έγγραφο ως προς την πρόταση εξαγοράς, λαμβάνουν ίση γνώση σχετικά με την αντιπαροχή που σκοπεύει ο προτείνων να τους παραχωρήσει.
Η αρχή αυτή είναι εξαιρετικής σημασίας και έτσι δεν γίνεται να παρακάμπτεται με μοναδική εξαίρεση την βελτίωση της θέσης της μειοψηφίας. 
Για το λόγο αυτό, οι μέτοχοι της πλειοψηφίας θα πρέπει να δρουν καλή τη πίστη, χωρίς να καταστρατηγούν τα δικαιώματα της μειοψηφίας, έτσι θεωρείται ασυμβίβαστο να προσπαθεί ιδιοτελώς να λάβει μεγαλύτερο τίμημα για την πώληση των μετοχών της, εις βάρος της μειοψηφίας.[3]
Επιπρόσθετα όπως ο Νόμος ορίζει, εάν ένα φυσική ή νομικό πρόσωπο αποκτήσει τον έλεγχο της εταιρείας (30 % του μετοχικού κεφαλαίου),[4]  τότε υποχρεούται να υποβάλει δημόσια πρόταση γα να εξαγοράσει όλες τις υπόλοιπες μετοχές της εταιρείας σε δίκαιη τιμή. Με τον τρόπο αυτό ενδυναμώνεται η μειοψηφία,[5] καθώς κύριος σκοπός του Νομοθέτη ήταν να δώσει την επιλογή στους μετόχους μειοψηφίας να αποφασίσουν για τη διαχείριση του μετοχικού τους κεφαλαίου ή αν θα λάβουν μια δίκαιη αντιπαροχή και θα αποχωρήσουν. 
Προκειμένου να βρίσκεται σε ισχύ μια δημόσια πρόταση θα πρέπει να εγκριθεί από την Γενική Συνέλευση της εταιρείας, έτσι αν ο μέτοχος αυτός υπερβεί το ποσοστό του 30% (που θεωρητικά του ανήκει), υποχρεούται να προχωρήσει σε δημόσια πρόταση, και αν δεν το πράξει αυτό, τότε οι ψήφοι του θεωρούνται ανενεργές.[6]
Ο Νόμος δίνει περισσότερη σημασία σε περιπτώσεις όπου ο μέτοχος κατέχει τον έλεγχο του 30% μιας μητρικής εταιρείας, καθότι με τον τρόπο αυτό ελέγχει και τις θυγατρικές εταιρείες, έτσι αν δεν αποδειχθεί ότι υπάρχει πρόθεση ελέγχου των θυγατρικών θα πρέπει να υποβάλει δημόσια πρόταση και σε αυτές. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιτρέπει παράλειψη υποβολής πρότασης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εφόσον το κρίνει σωστό.
Σε περιπτώσεις όπου ο προτείνων κατέχει +90% του μετοχικού κεφαλαίου και δεν επιθυμεί την αγορά του υπόλοιπου μετοχικού κεφαλαίου, όμως ο μέτοχος μειοψηφίας επιθυμεί την πώληση του ποσοστού του, τότε ο μεγαλομέτοχος αναγκάζεται σε εξαγορά του μειοψηφικού ποσοστού. Η κίνηση αυτή ονομάζεται Sell Out, και με την εφαρμογή της στοχεύει στην διασφάλιση του απεγκλωβισμού της μειοψηφίας από τον κίνδυνο εκμετάλλευσης. 
Βάσει του Άρθρου 36(8) του Νόμου 47(Ι)/2007, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δέχτηκε το γεγονός ότι όσον αφορά τον υπολογισμό και χειρισμό του +90% μετοχικού κεφαλαίου, θα ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις όπως και με το 30% του μετοχικού κεφαλαίου.
Ο Δικαστής Douglas,[7] είχε αναφέρει την ανάγκη υποχρέωσης πίστης μεταξύ των μετόχων και τη διασφάλιση μιας σχέσης εμπιστοσύνης όπου κανένας δεν θα έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του το προσωπικό του συμφέρον, αλλά το κοινό συμφέρον των μετόχων της εταιρείας ως σύνολο. Κανένας εκ των μετόχων δεν θα έπρεπε να κάνει χρήση της δύναμης που του δίνει ο αριθμός ή η αξία των μετοχών του, με σκοπό το προσωπικό του όφελος εις βάρος της μειοψηφίας, καθότι αυτό θα σήμαινε κατάχρηση εξουσίας η οποία εν τέλει θα οδηγούσε στην περιθωριοποίηση της μειοψηφίας.
(* Απόσπασμα από την πτυχιακή εργασία "Τα δικαιώματα μετόχων μειοψηφίας σε εταιρίες περιορισμένης ευθύνης" της Πηνελόπης Χαραλάμπους, απόφοιτης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Frederick)


[1] Άρθρο 18 του Νόμου περί Δημόσιας Εξαγοράς και Απόκτησης Τίτλων Εταιρείας
[2] Άρθρο 29 του Νόμου περί Δημόσιας Εξαγοράς και Απόκτησης Τίτλων Εταιρείας
[3] Γ. Τριανταφυλλάκη, Η εφαρμογή της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης των μετόχων στην εξαγορά επιχειρήσεων, σελ. 363
[4]Υπόθεση C-101/08 Audiollux SA vs Groupe Bruxelles Lambert SA (GBL)
[5] Ζένιου Δημητρίου vs Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, 159/2011
[6] Στέφανος Χαϊλης vs Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, 23/3010
[7] Pepper vs Litton (1939) 308 US 295

Σχόλια

Χώρος Διαφήμισης

Χώρος Διαφήμισης

Το Νομικό & Δικαστικό Portal της Κύπρου