Πνευματικά Δικαιώματα: Η Προστασία Προγραμμάτων Ηλεκτρονικού Υπολογιστή

Γράφει η Πηνελόπη Χαραλάμπους, Νομικός
Είναι ευρέως γνωστό ότι υπάρχει μια γκρίζα ζώνη στη νομοθεσία σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα λογισμικού υπολογιστών συσχετίζοντάς την με τη φιλοσοφία της επιστήμη των υπολογιστών. Αυτό συμβαίνει καθώς οι νομικοί όροι στην νομολογία περί πνευματικών δικαιωμάτων δεν αντικατοπτρίζουν την ορολογία των υπολογιστών. Λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης και  επέκτασης των προγραμμάτων αυτών, το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Ε.Ε, προσπάθησαν να καθιερώσουν ένα μέσω παροχής προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας για προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Παρόλα αυτά, υπήρχε ένα βασικό πρόβλημα. Το κατά πόσο και σε ποιο βαθμό τα μη λεκτικά στοιχεία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα. Τα μη λεκτικά στοιχεία είναι πτυχές του προγράμματος ενός υπολογιστή, εκτός από τον ίδιο τον γραπτό κώδικα που ως συνήθως συνδέονται με τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος (functionality). Παρόλο που είναι σαφές ότι η προστασία πνευματικών δικαιωμάτων επεκτείνεται στα λεκτικά στοιχεία ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή (κώδικας), δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό η προστασία επεκτείνεται σε μη λεκτικά στοιχεία. Σαφώς για τη δημιουργία ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά λεκτικά στοιχεία, τα οποία όμως να δημιουργούν ομοιότητες στη χρήση. Έτσι, οι προγραμματιστές έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την προστασία των μη λεκτικών στοιχείων των προγραμμάτων τους. Συνεπώς, θα πρέπει να δούμε πως αυτό αναλύεται από την υπάρχουσα νομοθεσία.
Η Ε.Ε υιοθέτησε την προστασία πνευματικών δικαιωμάτων για το λογισμικό λίγο αργότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρχικά, η συζήτηση επικεντρώθηκε στο κατά πόσον ο νόμος περί πνευματικής ιδιοκτησίας συνάδει με τη Συνθήκη της Ρώμης[1]. Μετέπειτα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τέως γνωστό ως Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) δήλωσε ότι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας εμπίπτει στο Άρθρο 36 της Συνθήκης[2], και έτσι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του λογισμικού αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης κατά τις προσπάθειες ανάπτυξης μιας εσωτερικής αγοράς. Οι πρωτοβουλίες αυτές δημιούργησαν το Green Paper on Copyright and the Challenge of New Technology του 1988[3]. Μετά από μακρές και έντονες εσωτερικές και δημόσιες προ-νομοθετικές συζητήσεις, η Ευρωπαϊκή Οδηγία για την Προστασία της Πνευματικής Ιδιοκτησίας Λογισμικού εκδόθηκε οριστικά το 1991[4].
Ωστόσο, τα Κράτη Μέλη ερμήνευσαν την έννοια του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας λογισμικού με διαφορετικούς τρόπους. Καθώς κατέστη σαφές ότι το λογισμικό θα ήταν εξαιρετικά σημαντικό για το εμπόριο τόσο στην Ε.Ε όσο και σε όλο τον κόσμο, φάνηκε σημαντικό να αρθούν τυχόν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών εντός της Κοινότητας. Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επελέγη ως μηχανισμός προστασίας όχι μόνο επειδή τα περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε και άλλες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, το έχουν ήδη εγκρίνει, αλλά και επειδή άλλοι μηχανισμοί, όπως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και οι συμβάσεις, θεωρήθηκαν ότι παρέχουν ανεπαρκή προστασία για λογισμικό.
Κατά την εκπόνηση της Οδηγίας υπήρχαν δύο βασικά ζητήματα: το decompilation (αποσυμπίληση) του κώδικα και η προστασία των διεπαφών που χρησιμοποιούνται στα εσωτερικά προγράμματα. Ως προς την επίλυση των ζητημάτων, βρέθηκε μια ισορροπημένη συμβιβαστική λύση: το decompilation επιτρέπεται μόνο εάν είναι αναγκαία η επίτευξη διαλειτουργικότητας με ανεξάρτητα δημιουργούμενα προγράμματα, ενώ η Οδηγία απέκλειε τις ιδέες και τις αρχές που συνδέονται με τα προγράμματα, αλλά όχι τους αλγορίθμους, τις διασυνδέσεις ή τη λογική του προγράμματος. Μόνο οι ιδέες που σχετίζονται με αυτές τις κατηγορίες αποκλείστηκαν. Ως εκ τούτου, πολλά απομένουν στις ερμηνείες των μεμονωμένων κρατών[5].
Στα πλαίσια λοιπόν της εφαρμογής της Οδηγίας, τα Εθνικά Δικαστήρια είχαν αρκετά αντίθετες απόψεις όσον αφορά το κατάλληλο πεδίο προστασίας που θα έπρεπε να αναγνωριστεί στα μη λεκτικά στοιχεία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, όπως συνέβαιναν για τα λεκτικά στοιχεία.
Αρχικά, στην Whelan Associates, Inc. v. Jaslow Dental Laboratory[6], το Third Circuit  έγινε το First Circuit Court of Appeals για να αντιμετωπίσει το ζήτημα του κατά πόσο η υποκείμενη δομή ενός προγράμματος υπολογιστή ήταν προστατευόμενη από πνευματικά δικαιώματα. Το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο τα εν λόγω μη λεκτικά στοιχεία προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα επισημαίνοντας ότι τα πνευματικά δικαιώματα άλλων λογοτεχνικών έργων θα μπορούσαν να παραβιαστούν χωρίς αντιγραφή των κυριοτέρων στοιχείων του έργου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αιτιολογείται, ότι το ίδιο θα πρέπει να ισχύει για τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Μετά την ανάλυση της διάκρισης μεταξύ ιδεών και έκφρασης, το Δικαστήριο ανέπτυξε ένα τεστ, βασισμένο στην απόφαση Baker v. Selden[7], για να διακρίνει την ιδέα από την έκφραση στα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, αναφέροντας ότι η γραμμή μεταξύ ιδέας και έκφρασης μπορεί να τοποθετηθεί με αναφορά στο σκοπό που επιτυγχάνεται με την εν λόγω εργασία. Με άλλα λόγια, ο σκοπός ή η λειτουργία ενός λεκτικού έργου θα ήταν η ιδέα του ίδιου του έργου και όλα όσα δεν είναι απαραίτητα για αυτόν τον σκοπό ή τη λειτουργία θα ήταν μέρος της έκφρασης της ιδέας.
Το Δικαστήριο επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ανακοίνωσε ένα νέο κανόνα ο οποίος θα επεκτείνει την προστασία του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας πέρα από τον απλό λεκτικό κώδικα και τον κώδικα αντικειμένου του προγράμματος στα μη λεκτικά στοιχεία του. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης, ότι η Έκθεση CONTU, με την οποία γίνεται αναφορά στην ικανότητα πνευματικής ιδιοκτησίας των flow charts[8], υποστήριξε όμοια προσέγγιση.
Μια δεύτερη αντιμετώπιση υπέρ της προστασίας των μη λεκτικών στοιχείων ενός λογισμικού, αναφέρθηκε στην απόφαση Lotus Development Corp. v Paperback Software International[9]. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο όπως και στην Whelan, επεσήμανε ότι τα λογοτεχνικά έργα μπορούν να παραβιαστούν χωρίς καμία κυριολεκτική αντιγραφή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Παρά το επιχείρημα του εναγομένου ότι το κατάλληλο τεστ για την προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να βασίζεται σε μια κυριολεκτική και ξένη διάκριση, το Δικαστήριο έκρινε ότι τόσο η Έκθεση CONTU όσο και η πρόθεση του Κογκρέσου υποστήριξαν μια ανάλυση βασισμένη στη διάκριση της ιδέας-έκφρασης.
Έτσι, το Δικαστήριο ανέπτυξε το εξής τεστ τριών μερών. Πρώτον, κατά τον προσδιορισμό της «ικανότητας πνευματικής ιδιοκτησίας», ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων πρέπει να επικεντρωθεί σε εναλλακτικές λύσεις τις οποίες μπορεί να προτείνει ο σύμβουλος ή το Δικαστήριο κατά μήκος της κλίμακας από τη γενικότερη σύλληψη της ιδέας έως την πιο εξειδικευμένη και να επιλέξει κάποια διατύπωση του σκοπού της διάκρισης μεταξύ της ιδέας και της έκφρασής. Δεύτερον, ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων πρέπει να επικεντρωθεί στο κατά πόσον μια εικαζόμενη έκφραση της ιδέας περιορίζεται στα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την έκφραση αυτής της ιδέας ή αντίθετα περιλαμβάνει προσδιορίσιμα στοιχεία έκφρασης που δεν είναι απαραίτητα για κάθε έκφραση αυτής της ιδέας. Ωστόσο, δεδομένου ότι αυτή η "ιδέα" θα μπορούσε να εκφραστεί με σχεδόν απεριόριστο αριθμό τρόπων/σύνθεσης κώδικα, η γενική δομή του κώδικα θεωρήθηκε έκφραση. Τρίτον, έχοντας εντοπίσει στοιχεία έκφρασης που δεν είναι ουσιώδη για κάθε έκφραση της ιδέας, ο υπεύθυνος για τη λήψη αποφάσεων πρέπει να επικεντρωθεί στο κατά πόσον τα στοιχεία αυτά αποτελούν σημαντικό μέρος της φερόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό είναι το στάδιο κατά το οποίο γίνεται η ουσιαστική απόφαση ουσιαστικής ομοιότητας. Εφαρμόζοντας αυτό το βήμα, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι λεπτομέρειες της δομής του κώδικα και η λειτουργία του αποτελούσαν σημαντικό μέρος του προγράμματος. Έτσι, διαπίστωσε ότι η δυνατότητα πνευματικής ιδιοκτησίας της διασύνδεσης χρήστη είχε δημιουργηθεί.
Εν κατακλείδι, το κενό της προστασίας προγραμμάτων ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι εμφανές στη νομοθεσία όσον αφορά τα πνευματικά δικαιώματα λογισμικού υπολογιστών, καθώς είναι σαφές ότι η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επεκτείνεται στα λεκτικά στοιχεία ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, αλλά υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την προστασία των μη λεκτικών στοιχείων. Ωστόσο, υπάρχει μια αναδυόμενη ανάγκη να προστατευθούν τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών στο σύνολό τους, καθώς έχουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση επενδύσεων και προόδου στον τομέα του λογισμικού. Οι απόψεις των Δικαστηρίων επί του θέματος διίστανται, και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μας έχει δώσει ακόμη την τελική απάντηση σχετικά με το κατάλληλο πεδίο προστασίας που θα πρέπει να παρέχεται στα μη λεκτικά στοιχεία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ωστόσο, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η γραμμή μεταξύ ιδέας και έκφρασης μπορεί να τοποθετηθεί με αναφορά στο σκοπό που επιδιώκεται να επιτευχθεί με το εν λόγω έργο, θεωρώντας ότι ο σκοπός ή η λειτουργία ενός έργου θα ήταν η ιδέα του και όλα όσα δεν είναι απαραίτητα για αυτόν τον σκοπό ή λειτουργία θα ήταν μέρος της έκφρασης αυτής. Προς το παρόν, το ερώτημα της προστασίας των μη λεκτικών στοιχείων των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών παραμένει αιωρούμενο, αν και η ανάγκη προστασίας του γίνεται μέρα με τη μέρα πιο έντονη για τη σταθεροποίηση της αγοράς.

[1] Treaty of Rome.
Available at: http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=URISERV%3Axy0023. [Accessed 04 December 2017].
[2] C-78/70 Deutsche Grammophon (1971) E.C.R 1-487, and case C-62/79 Coditel v Cine Vog Films (1980) E.C.R 1-881 
[3] (1988) Green Paper on Copyright and the Challenge of Technology - Copyright Issues Requiring Immediate Action. COM (88) 172 final, 7 June 1988. [EU Commission - COM Document] 
[4] European Union (EU): Council Directive of 14 May 1991 on the legal protection of computer programs (91/250/EEC). 2017. European Union (EU): Council Directive of 14 May 1991 on the legal protection of computer programs (91/250/EEC).
[5] R.M. Ballardini, Intellectual Property Protection for Computer Programs: Developments, Challenges, and Pressures for Change (2012), Helsinki, Hanken School of Economics 
[6] Suzanne R. Jones, Whelan Associates v. Jaslow Dental Laboratory: Copyright Protection for the Structure and Sequence of Computer Programs, 21 Loy. L.A. L. Rev. 255 (1987). 
[7] Berkman Klein Center.
Available at: https://cyber.harvard.edu/people/tfisher/IP/1879_Baker. [Accessed 04 December 2017].
[8] See CONTU Final Report, supra note 50, at 21 (“Flow charts, source codes, and object codes are works of authorship in which copyright subsists.”).
[9] Lavenue, Lionel M. “Lotus Development Corp. v. Paperback Software Int'l: Copyrightability for the User Interface of Computer Software in the United States and the International Realm.” American University International Law Review 7, no. 2 (1992): 289-343

Σχόλια