Ακύρωση από το Εφετείο πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε αγωγή: Αυστηρή η ερμηνεία της Διαταγής 30 από το Πρωτόδικο Δικαστήριο

Το Εφετείο δέχτηκε την έφεση και ακύρωσε πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ενάγοντος που είχε καταχωρήσει εκπρόθεσμα την Κλήση για οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
Το Εφετείο κάνει λόγο στην απόφασή του για «υπέρμετρη αυστηρότητα» στην ερμηνεία της διαταγής 30 από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο διέπραξε σφάλμα θεωρώντας ότι η Κλήση για οδηγίες είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και ότι η αγωγή υπόκειτο σε απόρριψη και για το λόγο αυτό την απέρριψε.
Παραθέτουμε το κείμενο της σημαντικής αυτής απόφασης (6ης Φεβρουαρίου 2018, Πολιτική Έφεση αρ. 175/2017):
«Με απόφαση του, ημερ. 26.4.2017, στο στάδιο της έκδοσης οδηγιών δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των εναγόντων-εφεσειόντων, με έξοδα εις βάρος τους.
Τα δικόγραφα στην αγωγή, σύμφωνα με το πρωτόδικο δικαστήριο, είχαν συμπληρωθεί από τις 26.5.2016, δηλαδή επτά μέρες μετά από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης του εναγόμενου-εφεσίβλητου, την 19.5.2016.  Όπως σημείωσε, το πρωτόδικο δικαστήριο, στο φάκελο του δικαστηρίου υπήρχε καταχωρημένο δικόγραφο Απάντησης από πλευράς των εναγόντων-εφεσειόντων, το οποίο καταχωρήθηκε, εκπρόθεσμα, την 26.1.2017, χωρίς να έχει ληφθεί οποιαδήποτε άδεια από το δικαστήριο.
Οι ενάγοντες-εφεσείοντες δεν εξέδωσαν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30, κλήση για οδηγίες εντός 30 ημερών από την 26.5.2016, ούτε και ο εναγόμενος-εφεσίβλητος ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 προς έκδοση ειδοποίησης προς τους ενάγοντες-εφεσείοντες.   Ενόψει των προαναφερθέντων το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή θα έπρεπε να θεωρηθεί ως εγκαταλειφθείσα και υποκείμενη σε απόρριψη και κατά συνέπεια την απέρριψε.
Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η οποία οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου-εφεσίβλητου συγκατατέθηκε σε αίτημα για παράταση της προθεσμίας για καταχώριση του δικογράφου της Απάντησης των εναγόντων-εφεσειόντων που είχε υποβληθεί, εκ μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων-εφεσειόντων.  Σύμφωνα με τους εφεσείοντες,  ενόψει της συγκατάθεσης στην παράταση της προθεσμίας καταχώρισης της Απάντησης, τα δικόγραφα θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συμπληρώθηκαν την 26.1.2017, ημερομηνία καταχώρισης της Απάντησης.  Κατά συνέπεια, ενόψει και πάλι της συγκατάθεσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου-εφεσίβλητου, όπως θεωρηθεί εμπρόθεσμη  και η Κλήση για οδηγίες που καταχωρήθηκε στις 2.2.2017, το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να είχε προχωρήσει στην έκδοση οδηγιών δυνάμει της Δ.30, όπως του ζητήθηκε και από τις δύο πλευρές και όχι να απορρίψει την αγωγή, όπως έπραξε, είναι η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εφεσειόντων.
Ενώπιον του Εφετείου η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσίβλητου υποστήριξε τις θέσεις και εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα πρέπει να ανατραπεί.  
Παρά τη συγκατάθεση του εφεσιβλήτου εξετάσαμε με προσοχή τις θέσεις των δύο πλευρών αναφορικά με την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την παρούσα έφεση προσβάλλεται ως εσφαλμένη, καθότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι η κλήση για οδηγίες, ημερ. 2.2.2017, ήταν εκπρόθεσμη, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής.
Στην Πολιτική Αίτηση αρ. 76.17, Αναφορικά με την Αίτηση της Χαρούλας Δημοσθένους, ημερ. 2.6.2017, ηγέρθη ζήτημα υπέρβασης δικαιοδοσίας και νομικής πλάνης του δικαστηρίου αναφορικά με το εκπρόθεσμο της κλήσης για οδηγίες, παρά το ότι και σ΄ εκείνη την περίπτωση η εναγόμενη είχε δηλώσει ότι δεν είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώριση της Απάντησης και ζήτησε και την έκδοση οδηγιών στη βάση της Δ.30, όπως δηλαδή συνέβηκε και στην προκείμενη περίπτωση.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, με Μονομελή Σύνθεση, έκρινε ότι εγειρόταν εκ πρώτης όψεως θέμα υπέρβασης δικαιοδοσίας και νομικής πλάνης, του Δικαστηρίου, με τη θεώρηση ότι η Κλήση για οδηγίες ήταν εκπρόθεσμη και με την απόρριψη της αγωγής.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών μας παρέπεμψαν και σε Αγγλική νομολογία, η οποία αφορά στους παλιούς αγγλικούς θεσμούς και συγκεκριμένα την παλιά Δ.23, η οποία επεξηγείται στο The Annual Practice, 1958, 1ος τόμος, στη σελ. 561. Στην παλιά Αγγλική Δ.23 θ.1 αναγράφεται ότι η Απάντηση του ενάγοντα θα πρέπει να καταχωρείται εντός 7 ημερών από την παράδοση της Υπεράσπισης σ΄ αυτόν και επεξηγείται, στο Annual Practice, ότι παράταση χρόνου μπορεί να επιτευχθεί με τη συγκατάθεση του εναγομένου και μόνο στην περίπτωση άρνησης του είναι που χρειάζεται αίτηση δια κλήσεως με σκοπό την παράταση του χρόνου από το Δικαστήριο (Δέστε:  Graves v. Terry (1882) 9 Q.B.D. 170 και Eaton v. Storer (1882) 22 Ch. D., 91).   
Στην προκείμενη περίπτωση υπήρχε στο φάκελο του δικαστηρίου καταχωρημένη Απάντηση των εναγόντων-εφεσειόντων, ημερ. 26.1.2017, έστω και αν δεν είχε δοθεί άδεια του δικαστηρίου για την εκπρόθεσμη καταχώριση της. Υπήρχε επίσης η ρητή συγκατάθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου, του εναγόμενου-εφεσίβλητου σε παράταση χρόνου καταχώρισης της Απάντησης και επίσης η ρητή του συγκατάθεση στο να θεωρηθεί η Κλήση για οδηγίες, που καταχωρήθηκε στις 2.2.2017, ως εμπρόθεσμη. Υπό τις περιστάσεις θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε τη Δ.30 με υπέρμετρη αυστηρότητα και διέπραξε σφάλμα θεωρώντας ότι η Κλήση για οδηγίες είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και ότι η αγωγή υπόκειτο σε απόρριψη, και απορρίπτοντάς την.
Ενόψει των προαναφερομένων η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση για απόρριψη των αγωγής παραμερίζεται. Δίδονται οδηγίες όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο επιληφθεί της υπόθεσης από το στάδιο της Κλήσης για οδηγίες, ημερ. 2.2.2017. Η πρωτόδικη διαταγή για έξοδα επίσης ακυρώνεται. Τα έξοδα της έφεσης θα είναι έξοδα στο αποτέλεσμα της αγωγής». (δημοσίευση απόφασης: cylaw.org)
Για συνεχή και έγκυρη νομική και δικαστική ενημέρωση like στη σελίδα μας στο Facebook εδώ


Σχόλια