Η υποχρέωση των Τραπεζών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών στο Κυπριακό Δίκαιο και στη Νομολογία του ΔΕΕ

Γράφει ο Γιώργος Καζολέας, Δικηγόρος LL.M.
Α.Εισαγωγή
Πιστοληπτική ικανότητα είναι η αξιοπιστία, η φερεγγυότητα και εν τέλει η πραγματική δυνατότητα ενός ατόμου, μιας επιχείρησης ή ενός κράτους στην αποπληρωμή των οφειλών του που προκύπτουν όταν μιλάμε για δανειολήπτη από τη δανειακή σύμβαση που έχει συναφθεί με Πιστωτικό Ίδρυμα.
Η πιστοληπτική ικανότητα, που αποτελεί πολυπαραγοντικό αποτέλεσμα, καταδεικνύει στον δανειστή, εν προκειμένω στην τράπεζα, κατά πόσο είναι πιθανό ο δανειολήπτης να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις χωρίς τον κίνδυνο πτώχευσης.
Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής διαβάθμισης έχουν καθιερωθεί πλέον ως υποχρεωτικό εργαλείο για την διαμόρφωση των επιτοκίων αποπληρωμής, των εγγυήσεων αλλά και για την ίδια την έγκριση ή μη ενός τραπεζικού δανείου.
Όπως αναφέρεται, μια χαμηλή αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας δείχνει υψηλό κίνδυνο αθέτησης ενός δανείου, και, συνεπώς, οδηγεί σε υψηλά επιτόκια ή ακόμα και την άρνηση χορήγησης δανείου από το Πιστωτικό Ίδρυμα ενώ, αντιθέτως μια θετική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, αυξάνει την πιθανότητα χορήγησης του δανείου.
Κατά την πρόσφατη περίοδο και ιδιαίτερα πριν την οικονομική κρίση, η αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας αποτέλεσε άγνωστη έννοια στα τραπεζικά ιδρύματα που ενέκριναν χιλιάδες δάνεια χωρίς να εξετάσουν την πραγματική δυνατότητα και φερεγγυότητα των δανειοληπτών, γεγονός που συνέτεινε μαζί με άλλους παράγοντες στον πολλαπλασιασμό των μη εξυπηρετούμενων, λεγόμενων και «κόκκινων», δανείων.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η υποχρέωση αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, η οποία πλέον καθιερώθηκε και νομοθετικά σε κοινοτικό επίπεδο και εκ των υστέρων μέσω της ενσωμάτωσης του κοινοτικού δικαίου στις εθνικές έννομες τάξεις, αποτελεί υποχρέωση του Πιστωτικού Ιδρύματος και όχι του δανειολήπτη, ο οποίος ως το απολύτως αδύναμο και άπειρο μέρος κατά τη σύναψη της τυποποιημένης δανειακής σύμβασης, δεν είναι σε θέση, ούτε οφείλει να γνωρίζει τη διαδικασία αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας.
Αντιθέτως, η υποχρέωση αυτή βαρύνει αποκλειστικά και μόνο την δανείστρια Τράπεζα, η οποία όχι μόνο οφείλει να διαθέτει αξιόπιστο και αντικειμενικό μηχανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης αλλά έτι περαιτέρω υποχρεούται, να δικαιολογήσει ενώπιον του δικαστηρίου την ορθή εκπλήρωση των προσυμβατικών αυτών υποχρεώσεων της, φέρει δηλαδή εκείνη το σχετικό βάρος αποδείξεως και ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στη διασφάλιση της προστασίας του καταναλωτή.
Β. Η Πιστοληπτική Ικανότητα στο Κυπριακό Δίκαιο
Στον πρόσφατο περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμο του 2017 (41(I)/2017)[1] και στο άρθρο 18 εδ 1 (α) ορίζεται ότι πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτής οφείλει να διεξάγει ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή σύμφωνα με το Παράρτημα V καθώς και ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας λαμβάνει δεόντως υπόψη τους σχετικούς παράγοντες για την εξακρίβωση της προοπτικής κατά πόσον ο καταναλωτής θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης.
Στο εδ (2) ορίζεται ότι ο πιστωτής θεσπίζει, τεκμηριώνει και διατηρεί τις διαδικασίες και πληροφορίες επί των οποίων βασίζεται η αξιολόγηση.
Στο εδ. (3) αναφέρεται ότι για σκοπούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, ο πιστωτής δε βασίζεται κατά κύριο λόγο στην παραδοχή ότι η αξία του ακινήτου που προορίζεται για κατοικία υπερβαίνει το ποσό της πίστωσης ή στην παραδοχή ότι η αξία του ακινήτου που προορίζεται για κατοικία θα αυξηθεί, εκτός εάν ο σκοπός της σύμβασης πίστωσης είναι η κατασκευή ή ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία.
Επισης στο εδ.(4)(α) προβλέπεται ότι μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης με καταναλωτή, ο πιστωτής δε δύναται να ακυρώνει ή τροποποιεί τη σύμβαση εις βάρος του καταναλωτή με την αιτιολογία ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν διεξήχθη σωστά. Η παράγραφος (α) δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του παρέλειψε ή παραποίησε πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 20.
Τέλος, σύμφωνα με το εδ.(5) ο πιστωτής χορηγεί την πίστωση στον καταναλωτή μόνο όταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας καταδεικνύει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης δύναται να τηρηθούν με τον τρόπο που προβλέπεται στην εν λόγω σύμβαση, ενώ σύμφωνα με το εδ.(6) ο πιστωτής επαναξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή σύμφωνα με επικαιροποιημένες πληροφορίες πριν την έγκριση οποιασδήποτε σημαντικής αύξησης του ποσού της πίστωσης μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, εκτός στις περιπτώσεις που η επιπρόσθετη αυτή πίστωση προβλεπόταν και περιλαμβανόταν στην αρχική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.
Στο άρθρο 20 του ίδιου νόμου προβλέπονται τα σχετικά με τη διαβίβαση και επαλήθευση των πληροφοριών για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.
Στον γενικότερο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010 (106(I)/2010)[2] και συγκεκριμένα στο άρθρο 8 αυτού, προβλέπεται ότι με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Προσωπικών Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου και ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης, με βάση επαρκή στοιχεία που λαμβάνονται, κατά περίπτωση, από τον καταναλωτή και, όπου χρειάζεται, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων που λειτουργεί νόμιμα στη Δημοκρατία.
Σύμφωνα με το εδ.(2) σε περίπτωση που τα μέρη συμφωνούν να αλλάξουν το συνολικό ποσό της πίστωσης μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας προσαρμόζει στα πρόσφατα δεδομένα τα χρηματοπιστωτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του σχετικά με τον καταναλωτή και αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή πριν από οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του συνολικού ποσού της πίστωσης.
Γ. Ενδεικτική Νομολογία του ΔΕΕ
Την αποκλειστική υποχρέωση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων να προχωρούν σε αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν τη σύναψη της δανειακής σύμβασης έχει τονίσει σε αποφάσεις του το Δικαστήριο της ΕΕ.
Στην απόφαση του της 18/12/2014 (υπόθεση C‑449/13), το ΔΕΕ επισημαίνει ότι η  τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας διακυβεύεται αν ο καταναλωτής φέρει το βάρος αποδείξεως της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων τις οποίες επιτάσσουν τα άρθρα 5 (Παροχή πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης) και 8 (Υποχρέωση εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή) της οδηγίας 2008/48. Συγκεκριμένα, όπως τονίζει το ΔΕΕ, ο καταναλωτής δεν έχει στη διάθεσή του μέσα βάσει των οποίων μπορεί να αποδείξει ότι ο πιστωτικός φορέας, αφενός, δεν του προσκόμισε τις απαιτούμενες από το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής πληροφορίες και, αφετέρου, δεν ήλεγξε την πιστοληπτική του ικανότητα.
Αντιστρόφως, η αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 2008/48 διασφαλίζεται από εθνικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει ενώπιον του δικαστηρίου την ορθή εκπλήρωση των προσυμβατικών αυτών υποχρεώσεων. Ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στη διασφάλιση, της προστασίας του καταναλωτή, χωρίς να αποτελεί δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος του πιστωτικού φορέα σε δίκαιη δίκη.Ο επιμελής πιστωτικός φορέας πρέπει να έχει επίγνωση της ανάγκης συλλογής και διατηρήσεως των αποδείξεων της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων παροχής πληροφοριών και διευκρινίσεων που υπέχει.
Ειδικότερα, η αιτιολογική σκέψη 26 της ως άνω οδηγίας αναφέρει ότι οι πιστωτικοί φορείς πρέπει να έχουν ατομικά την ευθύνη του ελέγχου της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή και πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν όχι μόνο τις πληροφορίες που παρέχει ο καταναλωτής κατά την προετοιμασία της αντίστοιχης σύμβασης πίστωσης, αλλά και εκείνες που έχει παράσχει κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης.
Τέλος, η απόφαση επισημαίνει ότι ο έλεγχος μπορεί να πραγματοποιείται βάσει δικαιολογητικών εγγράφων σχετικών με την οικονομική κατάσταση του καταναλωτή, αλλά δεν αποκλείεται ο πιστωτικός φορέας να συνεκτιμά όσα ήδη γνωρίζει για την οικονομική κατάσταση του υποψηφίου δανειολήπτη. Ωστόσο μη τεκμηριωμένες απλές δηλώσεις του καταναλωτή δεν μπορούν, καθεαυτές, να χαρακτηρισθούν ως επαρκείς αν δεν συνοδεύονται από δικαιολογητικά στοιχεία.
Στην απόφαση του ΔΕΕ της 27ης Μαρτίου 2014 (υπόθεση C‑565/12) το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε ερώτημα επί της αποτελεσματικότητας της κυρώσεως της εκπτώσεως από το δικαίωμα εισπράξεως συμβατικών τόκων στην περίπτωση διαπιστωθείσας παραβάσεως της υποχρεώσεως του πιστωτικού φορέα να διενεργήσει έρευνα στο εθνικό αρχείο προκειμένου να ελέγξει την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή.
Το Δικαστήριο αναφέρει ότι στην υποχρέωση αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, πριν από τη σύναψη δανειακής συμβάσεως, μπορεί, ενδεχομένως, να περιλαμβάνεται η έρευνα της οικείας βάσεως δεδομένων και συμπεραίνει ότι το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/48 που αναφέρεται στις κυρώσεις στις περιπτώσεις παράβασης των οικείων διατάξεων, έχει την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή εθνικού συστήματος κυρώσεων δυνάμει του οποίου, σε περίπτωση παραβάσεως από τον πιστωτικό φορέα της υποχρεώσεώς του να εκτιμήσει, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως δανείου, την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη διενεργώντας έρευνα στην οικεία βάση δεδομένων, ο πιστωτικός φορέας εκπίπτει από το δικαίωμά του να εισπράξει συμβατικούς τόκους, αλλά δικαιούται αυτοδικαίως νόμιμους τόκους, απαιτητούς από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως που υποχρεώνει τον δανειολήπτη στην καταβολή του υπολοίπου των οφειλομένων, οι οποίοι προσαυξάνονται κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες εάν, κατά την εκπνοή της προθεσμίας των δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως, ο δανειολήπτης δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, όταν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην οποία καθίσταται άμεσα απαιτητό το υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού του δανείου λόγω αδυναμίας πληρωμής του δανειολήπτη, τα ποσά που ενδέχεται να εισπράξει ο πιστωτικός φορέας κατόπιν της εφαρμογής της κυρώσεως της εκπτώσεως από το δικαίωμα εισπράξεως τόκων δεν είναι κατά πολύ μικρότερα από εκείνα που θα εισέπραττε αν είχε τηρήσει την υποχρέωσή του ελέγχου της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.
Δ.Επίλογος
Βάσει του ισχύοντος και στην Κύπρο νομικού πλαισίου, το Πιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να χορηγεί πίστωση, μόνο αν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη υποδεικνύει, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση πίστωσης θεωρείται πιθανό, ότι θα εκπληρωθούν, όπως απαιτείται από την σύμβαση. Σε αντίθετη περίπτωση,  η Τράπεζα πρέπει να αρνείται την χορήγηση. Η δε χορήγηση του δανείου, που συνεπάγεται δεδομένη επιβάρυνση του δανειολήπτη με υψηλά επιτόκια δανεισμού και υποθήκευση των περιουσιακών του στοιχείων παρά την αρνητική προοπτική που προκύπτει από την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητάς του ή την πλημμελή αξιολόγηση ή και την παντελή έλλειψη αυτής θα δημιουργεί ευθύνη της Τράπεζας.
Καθημερινή νομική και δικαστική ενημέρωση μόνο με ένα like στη σελίδα μας στο Facebook εδώ
------------------------------------------
[1] Εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010
[2] Εναρμόνιση με την Οδηγία 2017/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ αριθ. 1093/2010

Σχόλια