Ρητορική μίσους και διαδίκτυο: Σχόλια χρηστών ειδησεογραφικής ιστοσελίδας (ΕΔΔΑ)


Όταν εξετάζει υποθέσεις που αφορούν στην υποκίνηση μίσους και την ελευθερία έκφρασης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου χρησιμοποιεί δύο προσεγγίσεις που προβλέπονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:
Α) την προσέγγιση του αποκλεισμού από την προστασία της Σύμβασης, η οποία προβλέπεται από το Άρθρο 17 (απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος)[1], όταν τα σχόλια εμπεριέχουν μίσος και συνιστούν άρνηση των θεμελιωδών αξιών της Σύμβασης, και
Β)την προσέγγιση των περιορισμών στην προστασία, η οποία προβλέπεται από το Άρθρο 10, παρ. 2, της Σύμβασης[2] (η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται όταν τα σχόλια, μολονότι εμπεριέχουν μίσος, δεν είναι ικανά να βλάψουν τις θεμελιώδεις αξίες της Σύμβασης).
Οι διαδικτυακές πύλες ενημέρωσης που παρέχουν, για εμπορικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, πλατφόρμα προοριζόμενη για δημοσίευση σχολίων των χρηστών αναλαμβάνουν τις «υποχρεώσεις και ευθύνες» τις οποίες συνεπάγεται η ελευθερία έκφρασης, σύμφωνα με το Άρθρο 10, παρ. 2, της Σύμβασης, όταν οι χρήστες διαδίδουν ρητορική μίσους ή σχόλια που υποκινούν άμεσα βία.
Η υπόθεση Delfi AS κατά Εσθονίας (απόφαση της 13ης Ιουνίου 2015 Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης) είναι η πρώτη στην οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει καταγγελία σχετιζόμενη με την ευθύνη διαδικτυακής ειδησεογραφικής πύλης για τα σχόλια που ανήρτησαν οι χρήστες της. Η προσφεύγουσα εταιρεία, η οποία εκμεταλλεύεται εμπορικά μια ειδησεογραφική πύλη, κατήγγειλε ότι τα εθνικά δικαστήρια τη θεώρησαν υπεύθυνη για τα προσβλητικά σχόλια που ανήρτησαν οι αναγνώστες της κάτω από διαδικτυακό ειδησεογραφικό άρθρο της, το οποίο αφορούσε σε μια ναυτιλιακή εταιρεία. Κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων του ιδιοκτήτη της ναυτιλιακής εταιρείας, η προσφεύγουσα εταιρεία αφαίρεσε τα προσβλητικά σχόλια περίπου έξι εβδομάδες μετά τη δημοσίευσή τους.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση του Άρθρου 10 (ελευθερία έκφρασης) της Σύμβασης. Παρατήρησε, αρχικά, ότι υπήρχαν δύο αντικρουόμενες πραγματικότητες στο επίκεντρο της υπόθεσης: αφενός, τα οφέλη του διαδικτύου, λαμβανομένου υπόψη ιδίως ότι συνιστά μια πρωτοφανή πλατφόρμα άσκησης της ελευθερίας έκφρασης, και, αφετέρου, οι κίνδυνοι τους οποίους συνεπάγεται, επιτρέποντας δηλαδή, όπως ποτέ άλλοτε, την παγκόσμια και εντός μερικών δευτερολέπτων διάδοση δυσφημιστικών σχολίων και σχολίων που υποκινούν μίσος και βία, καθώς και την παραμονή τους στο διαδίκτυο ενίοτε για μεγάλο χρονικό διάστημα. 
Το Δικαστήριο σημείωσε, επιπλέον, ότι ο παράνομος χαρακτήρας των εν λόγω σχολίων βασιζόταν προφανώς στο στοιχείο ότι η πλειοψηφία αυτών ισοδυναμούσε, εκ πρώτης όψεως, με υποκίνηση μίσους ή βίας κατά του ιδιοκτήτη της ναυτιλιακής εταιρείας. Συνεπώς, η υπόθεση αφορούσε στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με το Άρθρο 10, παρ. 2, της Σύμβασης, των διαδικτυακών ειδησεογραφικών πυλών που παρέχουν, για εμπορικούς σκοπούς, μια πλατφόρμα προς δημοσίευση σχολίων των χρηστών πάνω σε ήδη δημοσιευμένο υλικό, όπως αυτές προκύπτουν σε περίπτωση που κάποιος χρήστης διατυπώσει προδήλως παράνομα σχόλια τα οποία προσβάλλουν τα δικαιώματα άλλων στην προσωπικότητα και συνιστούν ρητορική μίσους και υποκίνηση βίας εναντίον τους. 
Σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, στις οποίες τα σχόλια χρηστών παίρνουν τη μορφή ρητορικής μίσους και άμεσων απειλών κατά της σωματικής ακεραιότητας τρίτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και συμφερόντων των ατόμων και της κοινωνίας ως συνόλου μπορεί να δώσει στα Συμβαλλόμενα Κράτη την εξουσία να αποδώσουν ευθύνη σε μια διαδικτυακή ειδησεογραφική πύλη, χωρίς αυτό να συνεπάγεται παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης, εφόσον η πύλη αυτή δεν έχει λάβει μέτρα για την άμεση απομάκρυνση των προδήλως παράνομων σχολίων μετά τη δημοσίευσή τους, έστω κι αν δεν έχει ειδοποιηθεί σχετικά από το φερόμενο/τη φερόμενη ως θύμα ή από τρίτο πρόσωπο. Βασιζόμενο στην in concreto εκτίμηση των στοιχείων αυτών και λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τον ακραίο χαρακτήρα των εν λόγω σχολίων, το γεγονός ότι αναρτήθηκαν ως απάντηση σε άρθρο που δημοσίευσε η προσφεύγουσα εταιρεία σε ειδησεογραφική πύλη την οποία η ίδια διαχειριζόταν επαγγελματικά και εκμεταλλευόταν εμπορικά, την ανεπάρκεια των ληφθέντων από την προσφεύγουσα μέτρων για την άμεση απομάκρυνση των δημοσιευθέντων σχολίων που συνιστούσαν ρητορική μίσους και υποκίνηση βίας και για τη διασφάλιση μιας ρεαλιστικής πιθανότητας απόδοσης ευθυνών στους συντάκτες αυτών των σχολίων, καθώς και τη μέτρια ποινή (320 ευρώ) που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση των εσθονικών δικαστηρίων να αποδώσουν ευθύνη στην προσφεύγουσα εταιρεία ήταν δικαιολογημένη και δεν αποτελούσε δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός της στην ελευθερία έκφρασης. (πηγή ΕΔΔΑ)

[1]  Η διάταξη αυτή έχει ως στόχο να αποτρέψει τα άτομα από το να συναγάγουν από τη Σύμβαση κάποιο δικαίωμα που θα τους επέτρεπε να επιδοθούν σε δραστηριότητα ή να εκτελέσουν πράξη αποσκοπούσα στην προσβολή δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση.
[2]  Πρόκειται για τους περιορισμούς που θεωρούνται αναγκαίοι για τη διατήρηση της εθνικής και δημόσιας ασφάλειας, την προάσπιση της τάξης, την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής και την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων.

Σχόλια