Μεροληψία Δικαστηρίου: Ο πατέρας του εισαγγελέα που άσκησε τη δίωξη ήταν ο πρόεδρος του Ανώτατου 3μελούς Δικαστηρίου που επανεξέτασε την υπόθεση (ΕΔΔΑ)


Στο κρίσιμο θέμα της αμεροληψίας του δικαστηρίου αναφέρεται πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πρόκειται για την απόφαση της 16.10.2018 στην υπόθεση Dainelienė v. Lithuania (αρ. αίτησης 23532/14) , στην οποία το Δικαστήριο καταδίκασε την Λιθουανία για παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) της Ευρ.Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Εν προκειμένω η προσφεύγουσα Dalia Regina Dainelienėι, υπήκοος και κάτοικος της Λιθουανίας τον Μάιο του 2009, κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση ιδιοκτησίας μεγάλης αξίας.
Το περιφερειακό δικαστήριο του Βίλνιους αποφάσισε τον Ιούλιο του 2011 ότι οι κατηγορίες εναντίον της Dainelienė ήταν εσφαλμένες  καθώς η αξία του περιουσιακού στοιχείου για το οποίο κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση δεν μπορούσε να θεωρηθεί υψηλό και έπαυσε τη διαδικασία εναντίον της λόγω παρέλευσης του χρόνου.
Μετά από επιτυχή έφεση κατά της απόφασης αυτής από τον εισαγγελέα τον Οκτώβριο του 2011, το Περιφερειακό Δικαστήριο, τον Ιούνιο του 2013, επανεξέτασε την υπόθεση και διαπίστωσε την ενοχή της. Εκείνη άσκησε έφεση κατά της απόφασης τον Οκτώβριο του 2013, η οποία απορρίφθηκε από το Εφετείο.
Τον Φεβρουάριο του 2014, μια τριμελής σύνθεση δικαστών αρνήθηκε να εξετάσει τη νέα προσφυγή της  Dainelienė επί νομικών ζητημάτων στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στην σύνθεση αυτή, ο ένας εκ των δικαστών ήταν ο πατέρας του εισαγγελέα που άσκησε τη δίωξη πρωτοδίκως και εισήχθη η υπόθεση της υπεξαίρεσης στο δικαστήριο.
Βασιζόμενη στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, η προσφεύγουσα διαμαρτυρήθηκε για την υπόθεση της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λιθουανίας, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε εξεταστεί δίκαια από αμερόληπτο δικαστήριο, δεδομένου ότι ο πρόεδρος της 3μελούς σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν ο πατέρας του εισαγγελέα στην υπόθεση που κινήθηκε εναντίον της για υπεξαίρεση.
Το ΕΔΔΑ απέρριψε το επιχείρημα της Λιθουανίας ότι η προσφυγή της Dainelienė ενώπιόν του ήταν απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Συγκεκριμένα, δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι η υποβολή προσφυγής για νομικά ζητήματα, όπως επικαλέστηκε η λιθουανική κυβέρνηση, αποτέλεσε αποτελεσματικό μέσο αποκατάστασης της προσφεύγουσας. Επιπλέον, δεν μπορούσε να αναμένεται από την προσφεύγουσα να απευθύνεται συνεχώς στο ίδιο δικαστήριο μετά από προηγούμενες αποτυχημένες αιτήσεις και δεν υπήρχε ανώτερο δικαστήριο.
Το Δικαστήριο επανέλαβε επίσης ότι τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να οργανώνουν το νομικό τους σύστημα έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ,  που απαιτεί δικαστική αμεροληψία. 
Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι θα πρέπει να υπάρχει σύστημα διασφάλισης ότι ένας δικαστής δεν λαμβάνει υπόθεση στην οποία ένα στενό μέλος της οικογένειας του είναι εμπλεκόμενο και ότι οι δικαστές θα πρέπει να λάβουν μέτρα για να ελέγχουν εάν υπάρχει τέτοια σύγκρουση. 
Και μπορεί το Δικαστήριο να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από υποκειμενικής άποψης δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει προσωπική προκατάληψη εκ μέρους του δικαστή που προέδρευε της σύνθεσης του Ανώτατου Δικαστηρίου της Λιθουανίας, ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι ο δικαστής που ήταν αρμόδιος να αποφασίσει - στο τελικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας – αν θα δεχθεί την προσφυγή περί των νομικών ζητημάτων, ήταν ο πατέρας του εισαγγελέα κατά τα προηγούμενα στάδια της υπόθεσης της προσφεύγουσας, έθεσε σε κίνδυνο την αμεροληψία του Ανώτατου Δικαστηρίου και το άφησε έκθετο σε αμφιβολίες.
Έτσι, η σύνθεση των τριών δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στο πρότυπο της ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο της αντικειμενικής στάθμισης, κατά παράβαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Λιθουανία έπρεπε να καταβάλει στην προσφεύγουσα, εντός τριών μηνών, 3.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 500 ευρώ για δικαστικά έξοδα. (ECHR/Cylegalnews.com)
Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ

Σχόλια