Εκτέλεση δικαστικής απόφασης: Απόρριψη της αίτησης δυνάμει του Κ.8 της Δ.40 λόγω μεγάλης καθυστέρησης στην πρόθεση για λήψη μέτρων εκτέλεσης


Αν.Δικαστήριο (εφ.) απόφαση της 31.1.2019 (πολ.έφεση 219/12)- Περίληψη: Έφεση εναντίον απόφασης που απέρριψε την αίτηση δυνάμει του Κ. 8 της Δ.40, με την οποία οι εφεσείοντες ζητούσαν δεκαοκτώμισι (18,5) χρόνια μετά την έκδοση απόφασης, την παραχώρηση άδειας, προς το σκοπό λήψης μέτρων εκτέλεσής της. Απόρριψη της έφεσης και επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, πρώτον, επειδή δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη εξ αποφάσεως χρέους και, δεύτερον, επειδή υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην εκδηλωθείσα, διά της αίτησης, πρόθεση για λήψη μέτρων εκτέλεσης.
«Οι εφεσείοντες, στις 31.5.1993, εξασφάλισαν, στην αγωγή αρ. 679/1992 του Επαρχιακού Δικαστηρίου xxx, απόφαση εναντίον των εφεσιβλήτων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των ΛΚ18.432,00, πλέον τόκο προς 6% ετησίως και έξοδα, (η απόφαση).  Η εν λόγω αγωγή αφορούσε σε συμφωνία ενοικιαγοράς.  Ο εφεσίβλητος 1 διατάχθηκε, επίσης, να παραδώσει στους εφεσείοντες ένα φορτηγό όχημα, αντικείμενο της αγωγής, προκειμένου αυτό να πωληθεί διά δημοσίου πλειστηριασμού, προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους.  Αν οι εφεσίβλητοι  παρέλειπαν να συμμορφωθούν με την απόφαση, οι εφεσείοντες θα αναμενόταν να λάβουν μέτρα εκτέλεσής της εναντίον τους. 
Σύμφωνα με καθιερωμένη αρχή δικαίου:  "... a judgment creditor is in general entitled to enforce a money judgment which he has lawfully obtained against a judgment debtor by all or any of the means of execution prescribed by the relevant rules of court.", (βλ. Roberts Petroleum v Bernard Kenny Ltd [1982] 1 All ER 685, σελίδα 690, καθώς, επίσης, [1983] 1 All ER 564, σελίδες 571 έως 572, καιΚτωρίδης v. Alpha Bank Cyprus Ltd (2014) 1 Α.Α.Δ. 1173, σελίδα 1178, όπου το πιο πάνω απόσπασμα παρατίθεται).  Πρόκειται για δικαίωμα το οποίο έχει κάθε εξ αποφάσεως πιστωτής, όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης παραλείπει να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση.  Το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μέσα σε χρονική περίοδο δέκα χρόνων από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, χωρίς να χρειάζεται σχετική άδεια από το Δικαστήριο.  Με την παρέλευση του χρόνου αυτού, τούτο ασκείται κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, δυνάμει του Κ. 8[1] της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. 
Το δικαστήριο παραχωρεί άδεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης, ασκώντας προς τούτο διακριτική εξουσία, εφόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταδεικνύει, κατ' ελάχιστο, προς ικανοποίησή του, ότι εξακολουθεί να υφίσταται το εξ αποφάσεως χρέος ή οποιοδήποτε μέρος του, ότι δικαιολογημένα δεν έχουν αποδώσει τα μέτρα εκτέλεσης που ο ίδιος τυχόν να έχει λάβει εμπρόθεσμα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων και ότι τα προτιθέμενα μέτρα δυνατό να οδηγήσουν στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης.
Επιπρόσθετα, η αδράνεια εξ αποφάσεως πιστωτή στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας μετά την πάροδο δέκα ετών.  Σε τέτοια περίπτωση, το εν λόγω δικαίωμα αντισταθμίζεται και με τυχόν μεταβολή των συνθηκών του εξ αποφάσεως χρεώστη, ώστε να διασφαλίζεται πως η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας δε θα του προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, (βλ. Duer v Frazer[2001] 1 All ER 249, σελίδα 255, The "Good Challenger" [2004] 1 Lloyd's Rep. 67, σελίδες 85 έως 86, και Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 206/2012, 26.10.2017). 
Στην παρούσα υπόθεση, οι εφεσείοντες, στις 29.11.2011, δηλαδή, δεκαοκτώμισι χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης, καταχώρισαν αίτηση στο Δικαστήριο, δυνάμει του Κ. 8 της Δ.40, με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, την παραχώρηση άδειας, προς το σκοπό λήψης μέτρων εκτέλεσής της.  Η αίτησή τους δεν έγινε δεκτή και απορρίφθηκε, για δύο, βασικά λόγους:  Πρώτο, δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη εξ αποφάσεως χρέους και, δεύτερο, υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην εκδηλωθείσα, διά της αίτησης, πρόθεση για λήψη μέτρων εκτέλεσης.  Με την παρούσα έφεση, αμφισβητείται η ορθότητα της κρίσης, ανωτέρω, του Δικαστηρίου. 
΄Οπως προκύπτει από τα ισχυριζόμενα εκ μέρους των εφεσειόντων γεγονότα, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης στις 31.5.1993 μέχρι τις 18.10.1999 καταβλήθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους διάφορα ποσά.  Κατά την καταχώριση της αίτησης, παρέμενε υπόλοιπο €15.010,06, με τόκο προς 6% ετησίως, από 8.11.1993 μέχρι εξοφλήσεως.  Επιπρόσθετα, στις 24.9.1999, δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι υπήρξε συμμόρφωση προς το διάταγμα για παράδοση στους εφεσείοντες του προαναφερθέντος φορτηγού οχήματος, αφού, στις 18.5.1999, προηγήθηκε η καταχώριση εναντίον του εφεσίβλητου 1 αίτησης παρακοής του.  Στη βάση της δήλωσης, ανωτέρω, εύλογα, θεωρήθηκε ότι το εν λόγω φορτηγό όχημα είχε παραδοθεί στους εφεσείοντες.  Δεν αναφέρθηκε, όμως, ειδικά, στο πλαίσιο της υπό αναφορά αίτησης, τι απέγινε, τελικώς, με αυτό.  Συγκεκριμένα, δεν αναφέρθηκε αν τούτο πωλήθηκε για οποιοδήποτε ποσό και αν το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους, ως θα έπρεπε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαταγή στην απόφαση.
Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της πτυχής αυτής της αίτησης, παρατήρησε, συναφώς, πως:  «Δεν έχει όμως αναφερθεί οτιδήποτε για την τύχη του εν λόγω οχήματος, αν δηλαδή πωλήθηκε και αν πωλήθηκε σε ποια τιμή και αν τα χρήματα που εισπράχθηκαν κατατέθηκαν έναντι ή προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους.».  Τοιουτοτρόπως, το Δικαστήριο έθεσε ευθέως θέμα μη ικανοποίησης της προϋπόθεσης αναφορικά με το κατά πόσο υφίστατο ή όχι εξ αποφάσεως χρέος.  Εμφανώς δε, έκρινε ότι δεν είχε τεθεί ενώπιόν του οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία θα μπορούσε να διαφωτίσει την πιο πάνω πτυχή της αίτησης και, ως αποτέλεσμα, δεν ικανοποιήθηκε, τελικώς, η πιο πάνω προϋπόθεση. 
Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο εξέτασε θέμα αδράνειας των εφεσειόντων στη λήψη μέτρων είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους.  Αποδεχόμενο δε, για σκοπούς συζήτησης, ότι, κατά τα πρώτα έξι χρόνια, είχαν ληφθεί κάποια μέτρα, τα οποία, στη συνέχεια, προφανώς, δε θεώρησε ότι εξυπηρετούσαν, στην πραγματικότητα, τον πιο πάνω σκοπό, παρατήρησε πως:  «... εντούτοις η παρέλευση 13 σχεδόν ετών από το 1999 χωρίς τη λήψη οιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και 19 ετών από την έκδοση της απόφασης, οι οιεσδήποτε διαβουλεύσεις που ως οι αιτητές ισχυρίζονται ότι εγίνοντο δεν είναι δυνατό να δικαιολογήσουν τόσο μεγάλη περίοδο απραξίας.». Διαπίστωσε, λοιπόν, ότι υπήρχε μια πολύ μεγάλη περίοδος απραξίας, για την οποία, πραγματικά, δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία.  Η απόφαση κρίνεται απόλυτα ορθή, και για τους δύο λόγους στους οποίους αυτή βασίστηκε. 
Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον των εφεσειόντων, τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €2.000,00, πλέον Φ.Π.Α.»
(δημοσίευση απόφασης: cylaw.org)
Διαβάστε ακόμα: Η παθητική και αναποτελεσματική εκπροσώπηση από δικηγόρο σε δίκη για εγκλεισμό σε ψυχιατρείο παραβίασε το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια (ΕΔΔΑ)

Σχόλια