Αντισυνταγματικοί κρίθηκαν οι νόμοι που προβλέπουν επίδομα και άδεια πατρότητας σε όσους συζούν με τη μητέρα του παιδιού, χωρίς να έχουν τελέσει γάμο


Αντισυνταγματικούς έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο τους τροποποιητικούς νόμους του 2018 περί Προστασίας της Πατρότητας και περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που διευρύνουν την έννοια του όρου «Σύζυγος» για να καλύπτει πρόσωπα που δεν έχουν τελέσει γάμο, αλλά αποδεδειγμένα συζούν ως σύζυγοι, με τη μητέρα του παιδιού, για να λαμβάνουν το επίδομα πατρότητας και την άδεια πατρότητας. (αρ. αναφορών 2-3/2018)
Σκοπός της πρότασης νόμου ήταν η άρση της διάκρισης μεταξύ των ζευγαριών που αποκτούν παιδί μετά τον γάμο και των ζευγαριών που έχουν αποκτήσει παιδί, χωρίς να προηγηθεί η τέλεση του γάμου ή συμφώνου συμβίωσης.
Το Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση των συνηγόρων εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι, οι υπό Αναφορά Νόμοι είναι προϊόν εναρμόνισης με το ενωσιακό δίκαιο, καθώς όπως επισημαίνει , «σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει Οδηγία που να υποχρεώνει τα Κράτη Μέλη να παραχωρούν επίδομα ή άδεια πατρότητας στα προαναφερόμενα άτομα» καθώς και ότι οι «Ευρωπαϊκές Οδηγίες και ο Κανονισμός … αφορούν στην ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών και σε καμία περίπτωση δεν αφορούν σε ισότητα άγαμων και έγγαμων ανδρών, συντρόφων των μητέρων των παιδιών».
Το Ανώτατο σημειώνει ενόψει αυτού ότι «δεν τίθεται θέμα άμεσης ή έμμεσης διάκρισης μεταξύ των δυο φύλων με την παροχή άδειας και επιδόματος πατρότητας μόνο στους έγγαμους πατέρες και σε αυτούς που έχουν συνάψει σύμφωνο πολιτικής συμβίωσης, ούτε και παραβιάζεται, εν προκειμένω, το Ενωσιακό Δίκαιο».
Και συνεχίζει το Δικαστήριο: «Με τη ψήφιση των υπό Αναφορά Νόμων και τη συμπερίληψη των προσώπων που οι συμβίες τους αποκτούν παιδί, χωρίς να έχουν τελέσει γάμο ή να έχουν συνάψει σύμφωνο πολιτικής συμβίωσης με αυτές, στους δικαιούχους, είναι πρόδηλο ότι αυξάνονται οι δαπάνες του Κράτους, οι οποίες προβλέπονται από τον Προϋπολογισμό, καθώς οι πρόνοιες τους διευρύνουν την ομάδα των δικαιούχων του επιδόματος και της άδειας πατρότητας, συμπεριλαμβάνοντας και πρόσωπα που δεν έχουν τελέσει ούτε γάμο, ούτε και έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Αυτό συνεπάγεται επιβάρυνση του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας και αύξηση των εξόδων του Προϋπολογισμού καθότι μια ομάδα προσώπων που δεν είχε δικαίωμα σε παροχή επιδόματος και άδειας πατρότητας, με τη ψήφιση των υπό Αναφορά Νόμων, αποκτά αυτό το δικαίωμα.
Η αύξηση των δαπανών του Κράτους είναι πρόδηλη καθώς με την εφαρμογή των υπό Αναφορά Νόμων και την ένταξη των προσώπων που δεν έχουν τελέσει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης στους δικαιούχους επιδόματος και άδειας πατρότητας, αποκτάται αυτό το δικαίωμα, και συνακόλουθα οι υπό Αναφορά Νόμοι, οι οποίοι ψηφίστηκαν κατόπιν προτάσεως Νόμου, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνοι με το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος. Η οποιαδήποτε αιτιολογία δίδεται από τη νομοθετική εξουσία για το σκοπό ψήφισης της επίδικης νομοθεσίας, δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπάρχει αύξηση των δαπανών του Κράτους και κατ΄ επέκταση παραβίαση του Συντάγματος, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από το Ενωσιακό Δίκαιο…
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι οι υπό  Αναφορά Νόμοι είναι αντίθετοι και, ασύμφωνοι με το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και επομένως είναι αντισυνταγματικοί, εφόσον δεν διασώζονται από το Ενωσιακό Δίκαιο».
(δημοσίευση:cylaw.org)

Σχόλια