Ακύρωση διαιτητικής απόφασης για δάνειο στην ΣΠΕ- Αναιτιολόγητη η απόφαση του διαιτητή


Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης του Ε.Δ.Λεμεσού που είχε απορρίψει έφεση καταχωρηθείσα δυνάμει του άρθρου 52(4) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, (Ν. 22/1985), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, (ο Ν. 22/1985).  Σκοπός της έφεσης ήταν η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 28.5.2010 εναντίον του, για ποσό €3.417,20, πλέον τόκων και εξόδων. Η εν λόγω διαιτησία, αφορούσε χρηματική διαφορά που είχε ανακύψει μεταξύ του εφεσείοντος και της εφεσίβλητης, Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας, στο πλαίσιο εφαρμογής από αυτή, συμφωνίας δανείου για το αρχικό ποσό των ΛΚ1.000,00. 
Η απόφαση του διαιτητή κρίθηκε ως αναιτιολόγητη και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε, η δε διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 28.5.2010 ακυρώθηκε.
Αναφέρει συγκεκριμένα η απόφαση:
«Το θέμα, όμως, που εδώ, ειδικά, απασχολεί είναι το περιεχόμενο της απόφασης του διαιτητή, η οποία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου.  Το μόνο που αναφέρεται σε αυτήν είναι ο αριθμός του γραμματίου και το οφειλόμενο ποσό, μετά τόκου από την ημερομηνία έκδοσής της, 28.5.2010, πλέον έξοδα.  Εμφανώς, παραλείπεται αναφορά στους ισχυρισμούς του εφεσείοντος και, οπωσδήποτε, στον τρόπο χειρισμού τους από το διαιτητή, που τον οδήγησε στην απόφασή του για το πιο πάνω ποσό.  Εν ολίγοις, η απόφασή του είναι αναιτιολόγητη.  Υπό το φως, λοιπόν, των δεδομένων αυτών, το ζητούμενο είναι κατά πόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ο διαιτητής τέλεσε τα καθήκοντά του, ως προς το χειρισμό της διαιτητικής διαδικασίας,  πλημμελώς, κατά το αγγλικό αυθεντικό κείμενο: "has misconducted ... the proceedings", (άρθρο 20(2) του Νόμου)…
Ο Νόμος, με τα άρθρα 16, 17 και 18, παρέχει στο διαιτητή συγκεκριμένες εξουσίες όσον αφορά τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας.  Επιπρόσθετα, στο Πρώτο Παράρτημά του, κατ' επιταγή του άρθρου 6[3] αυτού, προβλέπεται ότι ο διαιτητής δύναται, μεταξύ άλλων, να εξετάζει ενόρκως τα διάδικα μέρη, όπως και πρόσωπα τα οποία αξιώνουν μέσω αυτών.  Κατά την εξέτασή τους δε, κατατίθενται όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα.  Προβλέπεται, επίσης, ότι η απόφαση του διαιτητή πρέπει να είναι έγγραφη.  Οι πιο πάνω πρόνοιες, σαφώς, παραπέμπουν σε διαδικασία, η οποία προσομοιάζει με τη δικαστική, ώστε έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 717, στη σελίδα 723, πως: «Το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό» και πως:  «Δικαστική είναι και η αποστολή τους.»  Συνακόλουθα, και η απόφαση του διαιτητή πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, για να μπορεί να διαπιστώνεται ο λόγος για την κατάληξή της, αλλά και για να μπορεί να υποβάλλεται σε δικαστικό έλεγχο, εφόσον εγείρεται τέτοιο θέμα, όπως συνέβη εν προκειμένω.
Από το απόσπασμα της υπό κρίση απόφασης, που παρατίθεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, διαπιστώνεται πως το εκδικάσαν Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η αρχή για δίκαιη δίκη εφαρμόζεται, ανάλογα, και σε σχέση με διαιτητική διαδικασία, καθώς, επίσης, σε σχέση με την απόφαση που εκδίδεται ως αποτέλεσμα αυτής.  Εν ολίγοις, η παρατήρηση του Δικαστή ότι «ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών δικαιοσύνης συμπεριφερόμενος δίκαια και προς τα δύο μέρη» είναι, οπωσδήποτε, ορθή.  Οι πιο πάνω παρατηρήσεις ουδόλως αφαιρούν από τον εξεταστικό και συνοπτικό χαρακτήρα, που, αναμφίβολα, πρέπει να διέπει μια διαιτητική διαδικασία.  Επομένως, ο διαιτητής, όταν εξέδιδε, στην παρούσα περίπτωση, την απόφασή του, έπρεπε να είχε αναφέρει σε αυτήν, έστω συνοπτικώς, τις θέσεις των μερών, τις οποίες και να αξιολογούσε, δεόντως, ώστε να οδηγείτο σε ευρήματα επί των γεγονότων και, ακολούθως, στην απόφασή του.  Πρόκειται για τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας αιτιολογημένης απόφασης, όπως πρέπει να είναι και κάθε διαιτητική απόφαση, υπό την αίρεση διαφορετικής πρόβλεψης στη συμφωνία των μερών.  Μόνο έτσι η απόφασή του θα υπόκειτο σε δικαστικό έλεγχο, σύμφωνα με το Νόμο και τη σχετική νομολογία».
Δείτε το κείμενο της απόφασης στο Cylaw.org

Σχόλια