Φόνος εκ προμελέτης: Ισόβια στον Γεωργιανό για τη δολοφονία 56χρονης στον Οίκο Μαραθάσας


Ποινή ισόβιας κάθειρξης επέβαλε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στον 40χρονο Γεωργιανό, Γκιόργκι Μπαρατασβίλι, για την δολοφονία της 56χρονης Γιαννούλας Χατζηγιάννη, η οποία βρέθηκε νεκρή στο αυτοκίνητό της στις 12 Νοεμβρίου 2018 στον Οίκο Μαραθάσας. Ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ότι σκότωσε με μαχαίρι το θύμα και ότι της έκλεψε τα χρήματα που είχε στο όχημα της, ωστόσο  σε αντίθεση με την προσαφθείσα εναντίον του κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση των άρθρων 203 & 204 του Ποινικού Κώδικα, αρνήθηκε ότι, προμελέτησε το φόνο.
Το Δικαστήριο ωστόσο κατέληξε στο συμπέρασμα πως αποδείχθηκε το στοιχείο της προμελέτης, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα (όπως αναφέρονται στην απόφαση):
«Πρώτον, η αγορά του φονικού όπλου (του μαχαιριού) το πρωί της ημέρας διάπραξης του φόνου. Το μαχαίρι το αγόρασε στις 07:30 και το είχε μαζί του μέχρι τις 13:00 (περίπου) που τον παρέλαβε το θύμα με το αυτοκίνητο της. Δεν αντέχει στη λογική η θέση που εξέφρασε ο κατηγορούμενος στο Μ.16, ότι, δήθεν, ήθελε το μαχαίρι για να κόβει το ψωμί του, αφού πέντε και πλέον ώρες μετά την αγορά, συνέχισε να το έχει στην κατοχή του. Συναφώς η πρωινή αγορά του μαχαιριού, για τον λόγο που ισχυρίστηκε, αντιστρατεύεται της δεδηλωμένης πρόθεσης του, την οποία ανέφερε στους συγκάτοικους του (και την οποία επανέλαβε και στην ανώμοτη του δήλωση) ότι θα μετέβαινε στη Λευκωσία. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει καμία απολύτως λογική, πρόσωπο να αγοράζει νωρίς το πρωί μαχαίρι, δήθεν για οικιακή χρήση και αντί να επιστρέφει στο σπίτι για να το αφήσει, να το κουβαλάει μαζί του μέχρι το μεσημέρι και έπειτα να το μεταφέρει και στη Λευκωσία για διεκπεραίωση εργασίας, εντελώς άσχετης με το αγορασθέν μαχαίρι. Στην πραγματικότητα, το μαχαίρι - όπως δυστυχώς αποδείχθηκε και στην πορεία - σε συνάρτηση βέβαια και με τα λοιπά στοιχεία που θα παραθέσουμε στη συνέχεια - το αγόρασε, έχοντας προσχεδιάσει να φονεύσει το θύμα.       
Δεύτερον, η συνάντηση δράστη και θύματος δεν ήταν τυχαία. Ναι μεν ο κατηγορούμενος, στεκόταν στο δρόμο και έκανε σήμα στο θύμα να σταματήσει αλλά η αλληλουχία αυτού του συμβάντος ήταν προκαθορισμένη. Ο κατηγορούμενος γνώριζε το θύμα. Επίσης γνώριζε ότι θα σχόλαγε εκείνη την ώρα. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία της Μ.15 το γνώριζαν όλοι οι περίοικοι, όπως γνώριζαν και την καθημερινή της διαδρομή από τον Καλοπαναγιώτη στον Οίκο.  Πέραν της γνωριμίας τους όμως - ένεκα των στοιχείων που παραθέσαμε προηγουμένως - προκύπτει να υπήρχε προς επίλυση κάποιου είδους οικονομική δοσοληψία (χωρίς να υπέχει σημασία η ακριβής φύση αυτής). Τούτο επιμαρτυρείται όχι μόνο από τις αναφορές του κατηγορούμενου αλλά και από το γεγονός ότι το θύμα, τη στιγμή που σταμάτησε για να παραλάβει τον κατηγορούμενο και αφού τον προσφώνησε με το όνομα του (στοιχείο που από μόνο του δείχνει γνωριμία), τον ρώτησε, αν πήγε στη Συνεργατική και στη συνέχεια αν θα πήγαινε στην εργασία του. Δεν ξαφνιάστηκε δηλαδή από την παρουσία του κατηγορούμενου. Ούτε τον ρώτησε γιατί στεκόταν στο δρόμο και που θα πήγαινε, για να κρίνει, αν βόλευε, να τον μεταφέρει στον προορισμό του. Αντίθετα, χωρίς να ειπωθεί οτιδήποτε περί τούτων, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο όχημα, στοιχείο που σαφώς παραπέμπει σε προκαθορισμένη και από πλευράς κατηγορούμενου τουλάχιστον, προμελετημένη συνάντηση.
Τρίτον, κάθισε και παρέμεινε στο κάθισμα, ακριβώς πίσω από τη θέση του οδηγού όπου βρισκόταν το θύμα. Αυτό, όπως πολύ εύστοχα επεσήμανε ο κ. Αριστείδης, τον έθετε σε θέση ισχύος έναντι του θύματος. Είναι πολύ σημαντικό να επισημανθεί, ότι, μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε η Μ.15 από το όχημα, δεν έγινε το παραμικρό που να παραπέμπει σε αψιμαχία μεταξύ δράστη και θύματος. Το θύμα έδειχνε ήσυχη όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Μ.15.  Συνεπώς, γιατί, μετά που κατέβηκε η Μ.15 από το όχημα, δεν κάθισε ο κατηγορούμενος στο μπροστινό κάθισμα - ως θα ήταν απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο - και παρέμεινε στη θέση ισχύος όπου βρισκόταν;  Η απάντηση βέβαια - και πάλι σε συνάρτηση με τα όσα άλλα υποδεικνύουμε - ήρθε λίγα λεπτά αργότερα, όταν, ξαφνιάζοντας το ανήμπορο, να αντιδράσει θύμα, την έπιασε από πίσω και κυριολεκτικά την κατακρεούργησε. Αυτό, μας φέρνει στο επόμενο στοιχείο.
Τέταρτο, η πρωτοφανής βιαιότητα των κτυπημάτων και η στόχευση σε ζωτικά όργανα, όπως τα περιέγραψε η Μ.Κ.1, που καταφανώς δεικνύουν  στόχο-προσήλωση στην άμεση θανάτωση του θύματος. Δεν εισηγούμαστε βέβαια, ότι, η πρόθεση θανάτωσης διαπλέκεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με το στοιχείο της προμελέτης. Κάθε άλλο. Αποτελούν ξεχωριστά και διακριτά στοιχεία. Ωστόσο, ως προκύπτει από τη Νομολογία και ειδικά  από τις υποθέσεις Ονησίλλου, Γιουρούκκης και Θωμά (ανωτέρω) «τα μέσα που χρησιμοποιούνται και η επιμονή του δράστη να επιφέρει το θάνατο είναι στοιχεία αποκαλυπτικά των προθέσεων του που μπορεί να συνεκτιμηθούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την ύπαρξη προμελέτης».
Πέμπτο, η παρατεταμένη διάρκεια της εκδηλωθείσας επίθεσης κατά του θύματος. Σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία της Μ.23, αρχικά, είδε τον κατηγορούμενο να κρατά το θύμα με το ένα χέρι και με το άλλο να την κτυπά στο λαιμό. Στο χρονικό αυτό σημείο υπήρξε ανάπαυλα στη θέαση της, αφού φοβήθηκε, έσπευσε να κλειδώσει πόρτα και παράθυρα και ανέβηκε στο δωμάτιο της. Όταν κοίταξε εκ νέου, από το παράθυρο πλέον του δωματίου της, είδε τον κατηγορούμενο, να έχει αλλάξει στάση - αφού ήταν πλέον ιστάμενος - και να κτυπά το θύμα με το μαχαίρι στο στήθος. Έπειτα, ο κατηγορούμενος, κατέβηκε από το όχημα και με μια φρικαλέα και αποτρόπαια πράξη αποτελειώματος του θύματος, της έδωσε και δύο γροθιές, λες και τα πολλαπλά κτυπήματα με το μαχαίρι δεν ήταν αρκετά για να τη σκοτώσουν. Η χρονική διάρκεια της επίθεσης δεικνύει δύο πράγματα: Πρώτον, την αποφασιστικότητα για θανάτωση του θύματος (που άπτεται του προηγούμενου στοιχείου που παραθέσαμε) και δεύτερον, το αμετανόητο της απόφασης του κατηγορούμενου. Όπως πολύ σωστά το έθεσε ο κ. Αριστείδης, ο κατηγορούμενος, για τον λίγο έστω χρόνο που χρειάστηκε μέχρι να κλειδώσει η Μ.23 την πόρτα και τα παράθυρα και να ανέβει στο δωμάτιο της, είχε την ευκαιρία να αναλογιστεί τις συνέπειες των πράξεων του και να αποστεί από την υλοποίηση τους. Κάτι τέτοιο, ενδεχόμενα, θα αναχαιτούσε την τεκμηρίωση προμελέτης. Αντ' αυτού όμως, συνέχισε να καταφέρνει κτυπήματα στο θύμα, μεταξύ αυτών, και το θανατηφόρο κτύπημα στην καρδιά.     
Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνουμε, ότι έχει αποδειχθεί συνεκτικά αλλά απολύτως σίγουρα, ότι, ο κατηγορούμενος προμελέτησε και βάσει αυτής της προμελέτης, εκτέλεσε το φόνο του άτυχου θύματος. Το ακριβές ελατήριο του φόνου παραμένει άγνωστο. Το ελατήριο όμως, όπως υποδείξαμε ανωτέρω, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τα συστατικά στοιχεία είναι η προμελέτη και η φόνευση, τα οποία έχουν πλήρως αποδειχθεί».
Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης στο cylaw.org


Σχόλια