Προτάσεις του Γεν.Εισαγγελέα του ΔΕΕ επί προδικαστικών ερωτημάτων του ΕΔ Λάρνακας σε αγωγή κατά αεροπορικής εταιρείας


Tο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έθεσε στο Δικαστήριο της ΕΕ πέντε ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της απόφασης 565/2014 ΕΕ και του κανονισμού 261/2004, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του D.Z. από το Καζακστάν και της αεροπορικής εταιρείας Blue Air με αντικείμενο την άρνηση της δεύτερης να επιβιβάσει τον D.Z. σε πτήση με αναχώρηση από τη Λάρνακα και προορισμό το Βουκουρέστι.
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο D.Z., ενάγων στην κύρια δίκη, με την Blue Air, εναγομένη η οποία είναι ρουμανική εταιρία, καταχωρισμένη στην Κύπρο το 2015, η οποία εγκαθίδρυσε σε αυτό το κράτος μέλος το κέντρο των δραστηριοτήτων της, στις 6 Σεπτεμβρίου 2015 προσήλθε στον αερολιμένα της Λάρνακας για να επιβιβαστεί σε πτήση της εναγομένης με προορισμό το Βουκουρέστι, στην οποία είχε επιβεβαιωμένη κράτηση.
Η διαμονή του D.Z. στο Βουκουρέστι επρόκειτο να διαρκέσει από τις 6 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2015, ημερομηνία κατά την οποία ήταν προγραμματισμένη η πτήση επιστροφής του από το Βουκουρέστι στη Λάρνακα με άλλον αερομεταφορέα. Σκοπός του ταξιδιού ήταν η συμμετοχή του D.Z. σε δύο εξετάσεις του ACCA (Association of Chartered Certified Accountants) που επρόκειτο να διεξαχθούν στις 7 Σεπτεμβρίου 2015 στο Βουκουρέστι.
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, ο D.Z. ήταν κάτοχος διαβατηρίου σε ισχύ εκδοθέντος από το Καζακστάν καθώς και προσωρινής άδειας διαμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία είχε εκδοθεί στη Λευκωσία στις 15 Ιουνίου 2015 και θα έληγε στις 6 Απριλίου 2016. Μολονότι στη διάταξη περί παραπομπής δεν υπάρχει ρητή σχετική μνεία, δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω άδεια διαμονής καταλέγεται σε αυτές που απαριθμούνται στο παράρτημα III της απόφασης 565/2014, οι οποίες αναγνωρίζονται από τη Ρουμανία σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 565/2014.
Πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία αναχώρησής του για τη Ρουμανία, ο D.Z. είχε υποβάλει ηλεκτρονικά αίτηση χορήγησης θεώρησης εισόδου στη Ρουμανία μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Εξωτερικών αυτού του κράτους μέλους. Απαντώντας στο σχετικό ερωτηματολόγιο, ο D.Z. είχε δηλώσει ότι εμπίπτει στην ακόλουθη κατηγορία: «I hold a short-stay issued by Bulgaria, Cyprus or Croatia». Η απάντηση που έλαβε από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρουμανίας ήταν ότι δεν χρειαζόταν θεώρηση εισόδου αν η διάρκεια της διαμονής του σε αυτό το κράτος μέλος δεν θα υπερέβαινε τις 90 ημέρες εντός περιόδου 180 ημερών.
Αφότου προσήλθε εγκαίρως στον αερολιμένα της Λάρνακας, ο D.Z. υποβλήθηκε σε έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων του από υπαλλήλους της ιδιωτικής εταιρίας που ενεργεί ως εντεταλμένη αντιπρόσωπος της εταιρίας Blue Air στην Κύπρο. Ο D.Z. είχε μαζί του και επέδειξε, εκτός από το διαβατήριο και την κυπριακή άδεια διαμονής, την αίτηση χορήγησης θεώρησης που είχε υποβάλει μέσω της ιστοσελίδας του ρουμανικού Υπουργείου Εξωτερικών και την απάντηση, την οποία είχε λάβει ηλεκτρονικά, κατά την οποία δεν χρειαζόταν θεώρηση προκειμένου να εισέλθει στη Ρουμανία.
Οι υπάλληλοι που διενήργησαν τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων του D.Z. επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με το επίγειο ελεγκτικό προσωπικό της Blue Air στον αερολιμένα του Βουκουρεστίου, στο οποίο διαβίβασαν το σύνολο των εγγράφων που είχε επιδείξει ο D.Z. Η απάντηση που μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απεστάλη από την ευρισκόμενη σε υπηρεσία στον αερολιμένα του Βουκουρεστίου υπάλληλο της Blue Air ήταν η εξής: «I am sorry but they said that without a visa or a family member residence card, he can’t enter Romania» («Λυπάμαι, αλλά μου είπαν ότι χωρίς βίζα ή κάρτα διαμονής μέλους της οικογένειας, δεν μπορεί να εισέλθει στη Ρουμανία»).
Λαμβανομένων υπόψη της απάντησης αυτής και του γεγονότος ότι η μεταφορά του D.Z. στη Ρουμανία θα συνεπαγόταν για την Blue Air την υποχρέωση να τον μεταφέρει αμέσως πίσω στην Κύπρο και θα εξέθετε την εταιρία σε διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, ελήφθη η απόφαση να μην επιτραπεί η επιβίβαση του D.Z. στην πτήση στην οποία αυτός είχε κάνει κράτηση. Ο D.Z. ζήτησε, εις μάτην, να του δοθούν γραπτώς οι λόγοι της άρνησης επιβίβασης στο αεροσκάφος. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι ο D.Z. δεν έλαβε καμία έγγραφη απόφαση των ρουμανικών αρχών σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν επετράπη η είσοδός του στο ρουμανικό έδαφος.
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (ΕΔ Λάρνακας), ο D.Z. ζητεί αποζημίωση για το κόστος του εισιτηρίου του για την πτήση μετ’ επιστροφής, τα έξοδα για την ακύρωση κράτησης ξενοδοχείου στο Βουκουρέστι, τα τέλη των εξετάσεων στις οποίες δεν έλαβε μέρος λόγω της μη αναχώρησής του για το Βουκουρέστι, το ισόποσο των μισθών που δεν έλαβε από τον εργοδότη του λόγω της εκπαιδευτικής άδειας για να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις στο Βουκουρέστι, καθώς και αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του ότι πήγε χαμένη η προετοιμασία που έκανε για τις εξετάσεις, αλλά και λόγω της επιπλέον προετοιμασίας που αναγκάστηκε να κάνει για να λάβει εκ νέου μέρος στις ίδιες εξετάσεις σε άλλη ημερομηνία. Ο D.Z. υποστηρίζει ότι η άρνηση επιβίβασης στο αεροσκάφος της εναγομένης, μολονότι αυτός διέθετε όλα τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα βάσει της απόφασης 565/2014 και είχε λάβει από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρουμανίας την απάντηση ότι δεν χρειαζόταν θεώρηση εισόδου, συνιστά παράβαση των διατάξεων της απόφασης αυτής και της σύμβασης που συνήψε με την εναγομένη.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι ορθό να ερμηνευθεί ότι η Απόφαση αρ. 565/2014/ΕΕ δημιουργεί άμεσα έννομα αποτελέσματα υπό τη μορφή, αφενός, δικαιωμάτων των ιδιωτών υπηκόων τρίτων χωρών να μην απαιτηθεί θεώρηση για την είσοδό τους στο κράτος μέλος προορισμού και, αφετέρου, υποχρέωσης του εν λόγω κράτους μέλους προορισμού να μην απαιτήσει τέτοια θεώρηση, εφόσον κατέχουν θεώρηση ή τίτλο διαμονής που εμπίπτει στον κατάλογο εκείνων που τυγχάνουν αμοιβαίας αναγνώρισης βάσει της Απόφασης αρ. 565/2014, την οποία το κράτος μέλος προορισμού δεσμεύτηκε να εφαρμόζει;
2) Όταν ένας αερομεταφορέας, προσωπικά ή/και μέσω των εξουσιοδοτημένων και εντεταλμένων αντιπροσώπων του στο αεροδρόμιο του κράτους μέλους αναχώρησης, αρνείται την επιβίβαση ενός επιβάτη κατ’ επίκληση άρνησης των αρχών του κράτους μέλους προορισμού να δεχθούν την είσοδό του στο εν λόγω κράτος, λόγω ισχυριζόμενης έλλειψης θεώρησης εισόδου (visa), είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο αερομεταφορέας ασκεί εξουσία και ενεργεί ως προέκταση του εν λόγω Κράτους (emanation of State), έτσι ώστε να μπορεί να αντιταχθεί σε αυτόν η Απόφαση αρ. 565/2014/ΕΕ από τον θιγόμενο επιβάτη ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους αναχώρησης, για να καταδείξει ότι είχε δικαίωμα εισόδου χωρίς επιπλέον θεώρηση και να αξιώσει αποζημιώσεις για την παραβίαση του δικαιώματος αυτού και κατ’ επέκταση για παράβαση της σύμβασης μεταφοράς του;
3) Μπορεί ένας αερομεταφορέας, προσωπικά ή/και μέσω των εξουσιοδοτημένων και εντεταλμένων αντιπροσώπων του, να αρνείται την επιβίβαση του υπηκόου τρίτης χώρας, κατ’ επίκληση απόφασης των αρχών του κράτους μέλους προορισμού για άρνηση εισόδου του στο έδαφος του εν λόγω κράτους, χωρίς να εκδοθεί ή/και παραδοθεί προηγουμένως στον εν λόγω υπήκοο οποιαδήποτε γραπτή αιτιολογημένη απόφαση για την άρνηση εισόδου (βλ. το άρθρο 14, παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 2016/399, πρότινος άρθρο 13 Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006  που προδιαγράφει την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης για την άρνηση εισόδου), προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ειδικότερα της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων του θιγόμενου επιβάτη (βλ. το άρθρο 4 του ιδίου Κανονισμού);
4) Έχει το Άρθρο 2, [στοιχείο ιʹ], του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004 την έννοια ότι εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του η περίπτωση άρνησης επιβίβασης επιβάτη οποτεδήποτε αυτή αποφασίζεται από τον αερομεταφορέα λόγω ισχυριζόμενης “έλλειψης επαρκών ταξιδιωτικών εγγράφων”; Είναι ορθό να ερμηνευθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού η άρνηση επιβίβασης, εφόσον ήθελε κριθεί δικαστικά, με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά, ότι τα ταξιδιωτικά έγγραφα ήταν επαρκή και ότι η άρνηση επιβίβασης υπήρξε αναιτιολόγητη ή παράνομη ως παραβιάζουσα το Ευρωπαϊκό Δίκαιο;
5) Μπορεί ένας επιβάτης να αποστερηθεί του δικαιώματος σε αποζημίωση που παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004, κατ’ επίκληση ρήτρας αποποίησης ή περιορισμού της ευθύνης αερομεταφορέα σε περίπτωση ισχυριζόμενης ανεπάρκειας των ταξιδιωτικών του εγγράφων, όπου μια τέτοια ρήτρα υπάρχει στους συνήθεις, και δημοσιευμένους εκ των προτέρων, όρους λειτουργίας ή/και παροχής υπηρεσιών ενός αερομεταφορέα; Εμποδίζει το άρθρο 15 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του ιδίου Κανονισμού την εφαρμογή τέτοιων ρητρών περιορισμού και/ή αποποίησης ευθύνης του αερομεταφορέα;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων του ΕΔ Λάρνακας, ο Γενικός Εισαγγελέας προτείνει τις εξής απαντήσεις:
1.Η απόφαση 565/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος αποδέκτης της απόφασης αυτής, το οποίο αποφάσισε να αναγνωρίζει ως ισοδύναμα προς τις εθνικές θεωρήσεις του τα έγγραφα που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης, χωρίς να προβλέψει εξαιρέσεις, και το ανακοίνωσε στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 5 της απόφασης 565/2014, δεν δύναται, από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα, να αρνηθεί την είσοδο στο έδαφός του σε υπήκοο τρίτης χώρας περιλαμβανόμενης στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 539/2001, ο οποίος διαθέτει ένα από τα έγγραφα που μνημονεύονται στο προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 1, νομίμως εκδοθέν και σε ισχύ, απλώς και μόνον επειδή αυτός δεν διαθέτει εθνική θεώρηση. Υπό τις ως άνω περιστάσεις, ο υπήκοος του τρίτου κράτους στον οποίο το εν λόγω κράτος μέλος αρνήθηκε την είσοδο στο έδαφός του ή τη διέλευση από αυτό δύναται να επικαλεστεί ενώπιον δικαστηρίου την απόφαση 565/2014 προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της απόφασης άρνησης.
2.Αερομεταφορέας ο οποίος, άμεσα ή μέσω των εκπροσώπων του στον αερολιμένα του κράτους μέλους αναχώρησης, αρνείται την επιβίβαση επιβάτη προβάλλοντας την άρνηση εισόδου που αντιτάχθηκε από τις αρχές του κράτους μέλους προορισμού, λόγω έλλειψης εθνικής θεώρησης, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί προέκταση του εν λόγω κράτους μέλους, ώστε έναντι του αερομεταφορέα αυτού ο ως άνω επιβάτης να μπορεί να επικαλεστεί τις υποχρεώσεις που έχουν τα κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν την απόφαση 565/2014.
3.Αυτή καθ’ εαυτήν η περίσταση ότι η άρνηση αεροπορικής εταιρίας να επιβιβάσει επιβάτη σε πτήση μεταξύ δύο κρατών μελών που δεν ανήκουν στον χώρο Σένγκεν βασίστηκε σε πληροφορίες, συστάσεις ή αποφάσεις των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προορισμού της πτήσης σχετικά με την αντιστοιχία των εγγράφων που διέθετε ο επιβάτης με τα απαιτούμενα για τη διέλευση των συνόρων του συγκεκριμένου κράτους μέλους δεν απαλλάσσει την αεροπορική εταιρία από τις συνέπειες οι οποίες, βάσει της σύμβασης και του εφαρμοστέου σε αυτήν δικαίου, απορρέουν από τη μη παροχή της υπηρεσίας μεταφοράς.
4.Το άρθρο 2, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτουν στην “άρνηση επιβίβασης”, κατά τη διάταξη αυτή, οι περιπτώσεις στις οποίες ο επιβάτης δεν επιβιβάστηκε στην πτήση λόγω σφάλματος στον αερολιμένα αναχώρησης στο οποίο υπέπεσε το επίγειο προσωπικό της αεροπορικής εταιρίας ή εξουσιοδοτημένος ή εντεταλμένος αντιπρόσωπός της κατά τον έλεγχο της επάρκειας των ταξιδιωτικών εγγράφων του επιβάτη, εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης προκύπτει ότι, παρά την επιδειχθείσα επιμέλεια, το σφάλμα δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί.
5.Αντιβαίνει στο άρθρο 15 του κανονισμού 261/2004 ρήτρα περιορισμού ή αποκλεισμού της ευθύνης του αερομεταφορέα σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης για λόγους σχετικούς με την επάρκεια των ταξιδιωτικών εγγράφων του επιβάτη, περιλαμβανόμενη στους γενικούς όρους μεταφορών που εφαρμόζει ο εν λόγω μεταφορέας και δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπό του, στο μέτρο που η εφαρμογή της ρήτρας αυτής έχει ως αποτέλεσμα να στερούνται οι επιβάτες το δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού στις περιπτώσεις άρνησης επιβίβασης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, κατά την έννοια του άρθρου του 2, στοιχείο ιʹ, στις οποίες καταλέγεται η άρνηση επιβίβασης που οφείλεται στο σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το προσωπικό της αεροπορικής εταιρίας κατά την αξιολόγηση της επάρκειας των ταξιδιωτικών εγγράφων του επιβάτη.

Σχόλια