Διατροφή των ανήλικων τέκνων και γονείς κατ’ επιλογήν

Tου Παναγιώτη Γάργαλη, Δικηγόρου-Διαπιστευμένου Διαμεσολαβητή 

Αποτελεί σύνηθες φαινόμενο, ο κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης και η συνεπακόλουθη λύση του έγγαμου βίου, να έχει αρνητική εξέλιξη στις διαπροσωπικές σχέσεις των συζύγων, με θύματα πολλές φορές τα ίδια τα ανήλικα τέκνα.

Η αντιπαλότητα και γενικά οι συγκρουσιακές σχέσεις των πρώην συζύγων, υπερισχύουν συνήθως της φροντίδας και της συνεισφοράς την οποία πρέπει να παρέχουν ως γονείς στα ανήλικα τέκνα τους, με αποτέλεσμα να καταστρατηγείται ο θεσμός της οικογένειας (άρθρο 15 του Συντάγματος) και το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανήλικων τέκνων (άρθρο 6 §1 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου Ν.216/90).

Παρά το γεγονός ότι και οι δύο γονείς ενδιαφέρονται για τη διασφάλιση της φροντίδας, της ανατροφής και της εκπαίδευσης των ανήλικων τέκνων τους, εντούτοις δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες σε σχέση με τη συνεισφορά τους στη διατροφή και γενικά την κάλυψη των προσωπικών τους αναγκών, αποφασίζουν να λειτουργήσουν ως γονείς κατ’ επιλογήν!

Στις περιπτώσεις αυτές, το θυμικό υπερισχύει της λογικής, με αποτέλεσμα οι ανάγκες των ανήλικων τέκνων να έρχονται σε δεύτερη μοίρα, και ο υπόχρεος προς παροχή διατροφής γονέας, να αρνείται την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού. Άλλες φορές πάλι, το ίδιο πρόσωπο αμφισβητεί το ύψος και το είδος των αναγκών του ανήλικου τέκνου, ξεχνώντας ή αδιαφορώντας συνήθως για τις ανάγκες τις οποίες κάλυπτε ή συνήθιζε να καλύπτει μέχρι τη διάσταση ή τη λύση του γάμου του.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90) «οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του». Το επιτακτικό της φύσεως της εν λόγω διάταξης (κανόνας αναγκαστικού δικαίου), επιβάλλει και/ή υποχρεώνει τους γονείς να συνεισφέρουν από κοινού στις ανάγκες των ανήλικων τέκνων τους, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψιν τις (οικονομικές) δυνάμεις των μερών.

Όπως ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 37 του προαναφερθέντος Νόμου, «(1) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για τη διατροφή του προσώπου. (2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευσή του».

Ως εκ τούτου, στην περίπτωση που το Δικαστήριο είναι το πλέον αρμόδιο όργανο για να αποφασίσει για τη διατροφή ενός ή περισσότερων ανήλικων τέκνων (άρθρο 36 Ν.216/90), οι γονείς, έχουν υποχρέωση να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των οικονομικών τους δυνατοτήτων και της πραγματικής τους εισοδηματικής κατάστασης. Το Δικαστήριο από την άλλη, έχει την υποχρέωση να προβεί σε πλήρη έρευνα των στοιχείων που παρατίθενται ενώπιον του (βλεπε σχετικά Re Η. Ηλία, Π.Ε.9801, 29/10/97, (1997) 1Α.Α.Δ. 1372 & Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1 Α.Α.Δ., 1418), με σκοπό την ορθή κατανομή της συνεισφοράς.

Αναφέρεται, ότι οι οικονομικές δυνάμεις του υπόχρεου γονέα, είναι στοιχείο το οποίο ανάγεται στην προσωπική του γνώση, με αποτέλεσμα να βαρύνεται με την (δικονομική) υποχρέωση για πλήρη και πραγματική αποκάλυψη της εισοδηματικής καί/ή οικονομικής του κατάστασης (βλέπε σχετικά Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδης κ.α. (1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1386, 1390).

Σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση του επαγγέλματος σε συνδυασμό με το τι κερδίζουν οι άλλοι στο ίδιο επάγγελμα, μπορεί να αποφασίσει, ότι εισοδηματική και/ή οικονομική κατάσταση του υπόχρεου γονέα, είναι καλύτερη ή υψηλότερη από αυτή την οποία αποκάλυψε στο Δικαστήριο (βλέπε σχετικά Ette v. Ette (1965) 1 All E.R. 341). Η θέση αυτή, μας βοηθά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όποιος έχει αποκλειστική γνώση των προσωπικών του εισοδημάτων, οφείλει και να τα αποδείξει (βλέπε σχετικά Tarapoulouzis v. District Officer (1962)C.L.R. 91 και Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδης κ.α. (1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1386, 1390).

Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αιτήσεων διατροφής, μπορεί να λάβει υπόψιν του όχι μόνο τα πραγματικά εισοδήματα του υπόχρεου, αλλά και την ικανότητα του να κερδίζει (his potential earning capacity)-(βλέπε σχετικά Klucinsky v. Klucinsky (1953) 1 All E.R. 683 και McEwan v. McEwan (1972) 2 All E.R. 708).

Ως εκ τούτου είναι σαφές, ότι και οι δυο γονείς οφείλουν να προβαίνουν σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των οικονομικών τους δυνατοτήτων, με το Δικαστήριο να έχει σημαντικές νομολογιακές δικλείδες, στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος γονέας αποφασίζει να αποκρύψει την πραγματική εισοδηματική του κατάσταση.

Σε ότι αφορά τον καθορισμό του ύψους της διατροφής, βασικό στοιχείο το οποίο οφείλει να εξετάσει ένα Δικαστήριο για να μπορέσει να ρυθμίσει τη συνεισφορά του υπόχρεου γονέα, είναι οι ανάγκες του ανήλικου τέκνου. Είναι σαφές από τη νομολογία, ότι το μετρό της διατροφής δεν μπορεί να εξευρεθεί από το Δικαστήριο με απόλυτους αριθμούς. Στον υπολογισμό του, η κοινή λογική και η πείρα της ζωής, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των πραγμάτων και την εξεύρεση των πραγματικών αναγκών των ανήλικων τέκνων (βλέπε σχετικά Ο.Παναγιώτου v. Χρ.Σφικτού, Ε.Δ.Ο.Δ. 123, 17/05/01, (2001) 1Α.Α.Δ. 625).

Φυσικά, όπως στην περίπτωση των εισοδημάτων του υπόχρεου γονέα, έτσι και στην περίπτωση της αναζήτησης των πραγματικών αναγκών των ανήλικων τέκνων, η προσαχθείσα μαρτυρία, αποτελεί σημαντικό παράγοντα, βοηθώντας το Δικαστήριο στον καθορισμό του ποσού της συνεισφοράς (βλέπε σχετικά Α.Ζαχαρουδιού v. Ι.Ιωάννου, Ε.Δ.Ο.Δ.110, 29/09/00, (2000) 1Α.Α.Δ.  1614).

Βέβαια, ως έχει αναφερθεί και στην απόφαση  Κορελλίδης ν. Κορελλίδη (2012)1 ΑΑΔ 1975, «το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που να οδηγούν σε υπολογισμό με σεντ, αλλά θα πρέπει να σταθμίζει τις ανάγκες και να καταλήγει σε συμπεράσματα που θα επαναφέρουν, ή δυνατό, τα ανήλικα παιδιά σε μία πλησιέστερη κατάσταση, όπως θα ήταν εάν οι γονείς τους ζούσαν μαζί».

Άξιο αναφοράς, ότι στην όλη προσπάθεια για καθορισμό του ύψους της διατροφής, δεν μπορούν να μη ληφθούν υπόψιν οι προσωπικές ανάγκες και υποχρεώσεις του υπόχρεου προς παροχή διατροφής γονέα. Ωστόσο, είναι καλά νομολογημένο, ότι οι υποχρεώσεις αυτές συνοδεύουν και σε καμία περίπτωση δεν προηγούνται των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση ενός διατάγματος διατροφής. Άλλωστε, η διατροφή των ανήλικων τέκνων, αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση ενός γονέα και «ηγείται» οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης (βλέπε σχετικά Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1 Α.Α.Δ., 1418).

Είναι αντιληπτό από τα ανωτέρω, ότι οι ανάγκες ενός ανήλικου τέκνου χρήζουν ορθολογικής αντιμετώπισης από τους γονείς και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπονομεύονται από τις πεισματικές συμπεριφορές και την αντιπαραθετική στάση που οι ίδιοι διατηρούν, συνεπεία των προσωπικών τους διαφορών και της διακοπής του έγγαμου βίου.

Είναι το λιγότερο λυπηρό, η αγάπη και το ενδιαφέρον ενός γονέα προς το ανήλικο τέκνο του, να θυσιάζεται στο βωμό της αντιπαλότητας των εν διαστάσει ή πρώην συζύγων, παραγνωρίζοντας τις βασικές ανάγκες του παιδιού, όπως αυτές δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Ως εκ τούτου, όλοι οι γονείς, οφείλουν να σέβονται και να μεριμνούν για τις ανήλικες υπάρξεις που «φέρνουν» στη ζωή, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψιν τη συνεισφορά την οποία  πρέπει να παρέχει έκαστος, με σκοπό τη συντήρηση, την εκπαίδευση, την υγιή ανάπτυξη και την ευημερία των τέκνων, προάγοντας με αυτόν τον τρόπο το καλώς νοούμενο συμφέρον τους.

 


Σχόλια