Αγωγή καταναλωτή κατά τράπεζας για απόδοση ποσών με βάση καταχρηστικές ρήτρες: Αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο εθνική ρύθμιση που προβλέπει 3ετή παραγραφή που αρχίζει από την ημέρα που επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της τράπεζας

Το ΔΕΕ με απόφασή του στις 22 Απριλίου 2021 (υπόθεση C‑485/19) έκρινε ότι εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι αγωγή την οποία ασκεί καταναλωτής κατά τράπεζας, για την απόδοση ποσών που αχρεωστήτως κατέβαλε στο πλαίσιο της εκτέλεσης σύμβασης πίστωσης, με βάση ρήτρες καταχρηστικές κατά την έννοια της οδηγίας 93/13 ή ρήτρες αντίθετες προς τις επιταγές της οδηγίας 2008/48, υπόκειται σε τριετή παραγραφή που αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός είναι αντίθετη στην αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου.

Ακολουθεί απόσπασμα της απόφασης:

«…το πρώτο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι έχει ως αντικείμενο, κατ’ ουσίαν, να κριθεί αν η αρχή της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι αγωγή την οποία ασκεί καταναλωτής για την απόδοση ποσών που αχρεωστήτως κατέβαλε με βάση ρήτρες καταχρηστικές κατά την έννοια της οδηγίας 93/13 ή ρήτρες αντίθετες προς τις επιταγές της οδηγίας 2008/48, υπόκειται σε τριετή παραγραφή που αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει σχετικών κανόνων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες περί ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον όρο ωστόσο ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 83, και της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ., C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791, σκέψη 223 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Όσον αφορά ειδικώς την αρχή της αποτελεσματικότητας, για την οποία και μόνο γίνεται λόγος στην υπό κρίση υπόθεση, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κάθε περίπτωση στην οποία ανακύπτει το ζήτημα αν εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της θέσεως της διατάξεως αυτής στην όλη διαδικασία ενώπιον των διαφόρων εθνικών οργάνων, της εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ενδεχομένως, οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2017, Aquino, C‑3/16, EU:C:2017:209, σκέψη 53, και της 9ης Ιουλίου 2020, Raiffeisen Bank και BRD Groupe Société Générale, C‑698/18 και C‑699/18, EU:C:2020:537, σκέψη 60).

Εξάλλου, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης ενέχει, μεταξύ άλλων για τα δικαιώματα που απορρέουν από την οδηγία 93/13, απαίτηση περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 47 του Χάρτη, ισχύουσα ιδίως όσον αφορά τις δικονομικές προϋποθέσεις των ένδικων βοηθημάτων που στηρίζονται σε τέτοια δικαιώματα (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2014, Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 35, και της 31ης Μαΐου 2018, Sziber, C‑483/16, EU:C:2018:367, σκέψη 49).

Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, πρέπει να εξεταστεί αν εθνικός κανόνας περί παραγραφής όπως αυτός στον οποίον αναφέρεται η σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνος με την αρχή της αποτελεσματικότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξέταση αυτή πρέπει να αφορά όχι μόνον τη διάρκεια της επίμαχης στην κύρια δίκη προθεσμίας παραγραφής, αλλά και τις ρυθμίσεις εφαρμογής της, συμπεριλαμβανομένου του παράγοντα που θέτει σε κίνηση την εν λόγω προθεσμία (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020, Raiffeisen Bank και BRD Groupe Société Générale, C‑698/18 και C‑699/18, EU:C:2020:537, σκέψη 61).

Πρώτον, όσον αφορά την πρόβλεψη προθεσμίας κατά τη λήξη της οποίας επέρχεται παραγραφή των αγωγών τις οποίες ασκούν καταναλωτές για να διεκδικήσουν δικαιώματα που αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, επισημαίνεται ότι ένας τέτοιος κανόνας δεν αντιβαίνει αφ’ εαυτού στην αρχή της αποτελεσματικότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή του δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται, ιδίως, από την οδηγία 93/13 και από την οδηγία 2008/48.

Πράγματι, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η προστασία του καταναλωτή δεν είναι απόλυτη και ότι ο καθορισμός εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης (αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, Raiffeisen Bank και BRD Groupe Société Générale, C‑698/18 και C‑699/18, EU:C:2020:537, σκέψη 56, και της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία, ενώ η αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν υπόκειται σε παραγραφή, η αγωγή με αίτημα την εφαρμογή των περί επιστροφής αποτελεσμάτων της εν λόγω αναγνώρισης υπόκειται σε παραγραφή, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, Raiffeisen Bank και BRD Groupe Société Générale, C‑698/18 και C‑699/18, EU:C:2020:537, σκέψη 58, και της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 84).

Δεύτερον, όσον αφορά την προβλεπόμενη διάρκεια της εξεταζόμενης προθεσμίας παραγραφής, η οποία είναι εν προκειμένω τριετής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, εφόσον η εν λόγω διάρκεια είναι καθορισμένη και γνωστή εκ των προτέρων, μια προθεσμία τέτοιας διάρκειας φαίνεται, κατ’ αρχήν, επαρκής για την εκ μέρους του οικείου καταναλωτή προετοιμασία και άσκηση αποτελεσματικού ένδικου βοηθήματος, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη διάρκεια να μην είναι, αυτή καθεαυτήν, ασυμβίβαστη με την αρχή της αποτελεσματικότητας (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, Raiffeisen Bank και BRD Groupe Société Générale, C‑698/18 και C‑699/18, EU:C:2020:537, σκέψεις 62 και 64, και της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Πλην όμως, όσον αφορά, τρίτον, το χρονικό σημείο ενάρξεως της εξεταζόμενης προθεσμίας παραγραφής, υφίσταται, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, κίνδυνος, και μάλιστα μη αμελητέος, ο οικείος καταναλωτής να μην προβάλει εμπροθέσμως τα δικαιώματα που του απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2020, OPR-Finance, C‑679/18, EU:C:2020:167, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), πράγμα που θα καθιστούσε αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων του.

Ειδικότερα, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ιδίως στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματός του, προκύπτει ότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 107, παράγραφος 2, του Αστικού Κώδικα αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και ότι η παραγραφή επέρχεται έστω και αν ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να κρίνει ο ίδιος ότι μια συμβατική ρήτρα είναι καταχρηστική ή δεν έχει λάβει γνώση του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης συμβατικής ρήτρας.

Συναφώς, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη η ασθενέστερη θέση στην οποία τελούν οι καταναλωτές σε σχέση με τους επαγγελματίες, όσον αφορά τόσο τη διαπραγματευτική ισχύ όσο και το επίπεδο πληροφόρησης, και το γεγονός ότι οι καταναλωτές ενδέχεται να αγνοούν ή να μην αντιλαμβάνονται την έκταση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την οδηγία 93/13 η από την οδηγία 2008/48 (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, Raiffeisen Bank και BRD Groupe Société Générale, C‑698/18 και C‑699/18, EU:C:2020:537, σκέψεις 65 έως 67, και της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Όπως, όμως, επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 71 έως 73 των προτάσεών του, οι συμβάσεις πίστωσης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εκτελούνται γενικώς στο πλαίσιο μεγάλων χρονικών περιόδων και, ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το γεγονός το οποίο θέτει σε κίνηση την τριετή προθεσμία παραγραφής είναι κάθε πληρωμή στην οποία προβαίνει ο δανειολήπτης, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, τουλάχιστον ως προς μέρος των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν, να επέλθει παραγραφή ακόμη και πριν τη λήξη της εν λόγω σύμβασης, με αποτέλεσμα ένα τέτοιο καθεστώς παραγραφής να μπορεί συστηματικά να στερεί τους καταναλωτές από τη δυνατότητα να ζητήσουν την απόδοση των πληρωμών στις οποίες προέβησαν βάσει ρητρών αντίθετων προς τις εν λόγω οδηγίες.

Επομένως, πρέπει να κριθεί ότι δικονομικοί κανόνες όπως οι επίμαχοι στην κύρια δίκη, καθόσον απαιτούν από τον καταναλωτή να κινηθεί δικαστικώς εντός τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και στο μέτρο που ο πλουτισμός αυτός μπορεί να επέλθει κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης σύμβασης μακρόχρονης διάρκειας, είναι ικανοί να καταστήσουν υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται στον καταναλωτή από την οδηγία 93/13 ή την οδηγία 2008/48 και ότι, ως εκ τούτου, τέτοιου είδους κανόνες αντιβαίνουν στην αρχή της αποτελεσματικότητας (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, Raiffeisen Bank και BRD Groupe Société Générale, C‑698/18 και C‑699/18, EU:C:2020:537, σκέψεις 67 και 75, και της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 91).

Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 87 και 89 των προτάσεών του, η πρόθεση του επαγγελματία ο οποίος χρησιμοποιεί ρήτρα που κρίνεται καταχρηστική δεν έχει σημασία για τα δικαιώματα που αντλούν οι καταναλωτές από τις διατάξεις της οδηγίας 93/13, το ίδιο δε ισχύει όσον αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48. Επομένως, για τους σκοπούς της επίκλησης των δικαιωμάτων του από τις διατάξεις αυτές, ο καταναλωτής δεν μπορεί να υποχρεώνεται να αποδείξει την ύπαρξη προθέσεως όσον αφορά τη συμπεριφορά του εν λόγω επαγγελματία. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα παρατάσεως της τριετούς προθεσμίας παραγραφής υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής αποδεικνύει πρόθεση του επαγγελματία, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 107, παράγραφος 2, του Αστικού Κώδικα, δεν αναιρεί τη διαπίστωση που πραγματοποιείται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.

Βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι αγωγή την οποία ασκεί καταναλωτής για την απόδοση ποσών που αχρεωστήτως κατέβαλε στο πλαίσιο της εκτέλεσης σύμβασης πίστωσης, με βάση ρήτρες καταχρηστικές κατά την έννοια της οδηγίας 93/13 ή ρήτρες αντίθετες προς τις επιταγές της οδηγίας 2008/48, υπόκειται σε τριετή παραγραφή που αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός».

Δείτε την απόφαση εδώ

 

 

Σχόλια