Το σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας (BWS)

Γράφει η Άντρεα Σταύρου, Δικηγόρος

Η έννοια του συνδρόμου

Το σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας (Βattered Woman Syndrome – BWS) είναι μία ψυχολογική θεωρία η οποία ανεπτύχθη από την κλινική ψυχολόγο Lenore Walker με απώτερο σκοπό την επεξήγηση της συμπεριφοράς των γυναικών οι οποίες υπέστησαν κακοποίηση από τους συζύγους ή συντρόφους τους.[1] Τουτέστιν, απαντά στο ερώτημα που αφορά την αδράνεια της γυναίκας η οποία δεν φεύγει από τον κακοποιό σύζυγό της και «επιλέγει» να καταφύγει στη χρήση βίας. Το ρήμα «επιλέγει» αποφάσισα να το τοποθετήσω εντός εισαγωγικών, καθότι, όπως θα σημειωθεί κατωτέρω, η γυναίκα κατόπιν πολυετούς κακοποίησης, θεωρεί τη χρήση θανατηφόρας βίας ως τη μοναδική οδό διάσωσής της καθότι για την ίδια δεν υπάρχει εναλλακτική.

Το BWS, λοιπόν, περιγράφει μία υποκατηγορία του μετατραυματικού στρες υπό την οποία το θύμα έχει υποστεί τέτοιου είδους τραυματισμό από τον κακοποιό σύζυγό του ώστε να πιστεύει πραγματικά πως βρίσκεται σε κίνδυνο ακόμη κι όταν αυτό δεν υφίσταται τη δεδομένη στιγμή. Για το λόγο αυτό, στις πλείστες περιπτώσεις τα θύματα αντιδρούν και επιτίθενται ενόσω ο κακοποιός κοιμάται ή είναι άοπλος.

Τα χαρακτηριστικά που πλαισιώνουν μία κακοποιημένη γυναίκα είναι η ύπαρξη φόβου τόσο για τη δική της ζωή όσο και για των παιδιών της, η πεποίθηση πως η εναντίον της άσκηση βίας εναπόκειται σε δικό της σφάλμα και η αδυναμία τοποθέτησης ευθύνης σε άλλο πρόσωπο.[2] Η σοβαρότητα, όμως, της κατάστασής της δύναται να εξαχθεί από το γεγονός ότι έχει διαπιστωθεί πως οι κακοποιημένες γυναίκες είναι τρομοκρατημένοι άνθρωποι των οποίων η ψυχική κατάσταση φέρει έντονη ομοιότητα με αυτή των ομήρων ή των αιχμαλώτων πολέμου.[3]

Κατόπιν ανάπτυξης του BWS, εξάγονται δύο βασικά συστατικά στοιχεία ο κύκλος της βίας και η μαθημένη αβοηθησία. Τα δύο προμνημονευθέντα στοιχεία έχουν τέτοια αιτιολογική βάση, η οποία προσφέρει το λόγο για τον οποίο η κακοποιημένη γυναίκα «επιλέγει» να σκοτώσει τον κακοποιό σύντροφό της.

Λυπηρό γεγονός αποτελεί η ύπαρξη της γενικής πεποίθησης ότι η συμπεριφορά αυτή της γυναίκας εναπόκειται σε λόγους παραφροσύνης της ιδίας. Όχι απλώς δεν είναι παράφρονες, αλλά αυτή η άποψη ελλοχεύει κινδύνους για την φαλκίδευση της δυνατότητας επίκλησης των διαθέσιμων υπερασπίσεων εκ μέρους των κακοποιημένων γυναικών. Πέραν τούτου, όμως, τυχόν χρήση μαρτυρίας για απόδειξη παραφροσύνης της γυναίκας,γεννά την πιθανότητα να παραμείνει έγκλειστη σε ψυχιατρική κλινική.

Ο κύκλος της βίας – Τα 3 στάδια

Στο πλαίσιο εξέτασης του BWS εντοπίστηκε ένα μοτίβο κακοποίησης το οποίο επαναλαμβάνεται σε κύκλους και αποτελείται από τρία στάδια. Μία κακοποιημένη σχέση παγιδεύει τη γυναίκα σ’ αυτόν τον κύκλο ο οποίος εμφανίζεται ως τροχοπέδη στο δρόμο της για αναζήτηση βοήθειας αλλά και φυγής.

Το πρώτο στάδιο του κύκλου είναι η φάση της αυξανόμενης έντασης κατά την οποία η γυναίκα βιώνει ελάχιστες μορφές σωματικών και λεκτικών επεισοδίων από τον κακοποιό σύζυγό της.[4] Κατά το εν λόγω στάδιο, η γυναίκα τείνει να ελαχιστοποιεί τη σημαντικότητα και υπόσταση τέτοιων περιστατικών και η ίδια βρίσκεται σε μία συνεχή προσπάθεια διατήρησης της ηρεμίας της με σκοπό την αποφυγή της κλιμάκωσης της βίας.

Το δεύτερο στάδιο είναι η φάση της έκρηξης. Ενώσω τα «μικρά» περιστατικά της πρώτης φάσης λαμβάνουν μία πιο συχνή μορφή, η ένταση αυξάνεται σε σημείο που η γυναίκα αδυνατεί να κατευνάσει τον κακοποιό καθότι ο έλεγχος χάνεται ∙ το περιστατικό αυτό χαρακτηρίζεται και ως οξύ χτύπημα.[5] Στο πλαίσιο αυτής της φάσης, η βία λαμβάνει τόσο σημαντικές διαστάσεις ώστε να προκαλείστο θύμα φόβο πρόκλησης σοβαρής σωματικής βλάβης ή ακόμη και θάνατο.[6]

Η τρίτη και τελευταία φάση του κύκλου είναι αυτή της ηρεμίας, γνωστή και ως «ο μήνας του μέλιτος».[7] Το στάδιο αυτό ξεκινά σχεδόν αμέσως μετά το περιστατικό της βίας και χαρακτηρίζεται από την εκδήλωση συγκινητικής συμπεριφοράς από μέρους του κακοποιού συζύγου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φάσης, ο κακοποιός διατηρεί μία στάση απολογίας αποζητώντας συγχώρεση από τη γυναίκα και προβαίνει σε ενέργειες, όπως η αγορά δώρων και λουλουδιών, με απώτερο σκοπό την απόδειξη της ειλικρινούς του πρόθεσης.[8]

Έτσι, μία γυναίκα, η οποία κακοποιείται, ζει εγκλωβισμένη στον φαύλο αυτό κύκλο και βιώνει το κάθε στάδιο ξανά και ξανά.

Μαθημένη αβοηθησία

Η συνεχής βίωση του κύκλου της βίας έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της μαθημένης αβοηθησίας στο θύμα.[9] Σύμφωνα μ’ αυτήν, η ψυχολογική πίεση της γυναίκας που την θέτει σε μία κατάσταση φόβου και άγχους, περιορίζει τις αντιδράσεις της για τυχόν αντιμετώπιση κάθε επίθεσης και δεν της επιτρέπει να επικεντρωθεί στην εξέταση του τρόπου διαφυγής.[10] Αφ’ ης στιγμής η γυναίκα λειτουργεί υπό την πεποίθηση της μαθημένης αβοηθησίας, η αντίληψή της γίνεται πραγματικότητα και η ίδια αναπτύσσει μία μορφή παθητικότητας και υποταγής. Για το λόγο αυτό η έννοια της μαθημένης αβοηθησίας έχει περιγραφεί και ως «ψυχολογική νάρκη».[11]

Έχει παρατηρηθεί ότι η έκθεση σε τυχαίο και απρόβλεπτο περιστατικό βίας, επιφέρει «ψυχολογική παράλυση» στη γυναίκα η οποία ακινητοποιείται και καθίσταται ανίκανη προς βελτίωση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται ως μαθημένη αβοηθησία. Μαθαίνει να ζει πίσω από το πέπλο της παθητικότητας, η οποία δεν της επιτρέπει να δράσει. Και χαρακτηρίζεται ως μαθημένη καθότι ζει μέσα στην επαναλαμβανόμενη κίνηση του κύκλου της βίας σε σημείο όπου όχι απλώς βιώνει την κακοποίηση αλλά την αναμένει, αφού είναι ρουτίνα για την ίδια πλέον.

Ο τρόπος λειτουργίας της μαθημένης αβοηθησίας δύναται να τεθεί με ένα πείραμα που πραγματώθηκε από τον κλινικό ψυχολόγο Martin Seligman αναφορικά με τη συμπεριφορά των σκύλων. Κατά το πείραμα αυτό τα σκυλιά τοποθετήθηκαν σε κλουβιά από τα οποία δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και σε τυχαίο χρόνο τους προκαλείτο ηλεκτροπληξία. Με το πέρασμα του χρόνου, έμαθαν ότι δεν μπορούσαν να αντιδράσουν κι έτσι έπαυσαν τις προσπάθειες διαφυγής. Το εύρημα του πειράματος ήταν ότι τα σκυλιά ανέπτυξαν μηχανισμούς αντιμετώπισης της κατάστασης παρά ξόδεμα ενέργειας έναντι της μάταιης προσπάθειας για διαφυγή. Ακόμη και όταν οι ερευνητές τους άνοιξαν τα κλουβιά, τα σκυλιά και πάλι αντιστάθηκαν. Είχαν ακριβώς αναπτύξει τη μαθημένη αβοηθησία η οποία εδράζεται σε στρατηγικές αντιμετώπισης μίας κατάστασης παρά σε προσπάθειες διαφυγής.[12]

Αυτά, λοιπόν, απαντούν στο ερώτημα γιατί οι γυναίκες δεν καταβάλλουν προσπάθειες απελευθέρωσης: Η μορφή θυματοποίησης στην οποία υπόκειται η γυναίκα και τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά βίας μειώνουν το κίνητρο του θύματος να αντιδράσει, καθώς συνειδητοποιεί την έλλειψη ελέγχου της κατάστασης και την εξουσία του δράστη και εν τέλει η αίσθηση της συναισθηματικής της ευημερίας λαμβάνει μία μορφή επισφαλή σε πλαίσια άγχους και κατάθλιψης.

Η δυνατότητα υπεράσπισης

Το BWS είναι απαραίτητο όπως παρασχεθεί ως δυνατότητα και δη δικαίωμα των θυμάτων ως υπεράσπιση ενώπιον των Δικαστηρίων. Αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας καθότι είναι το μοναδικό μέσο που δύναται να καλύψει τις ανάγκες της γυναίκας με βάση τα δικά της χαρακτηριστικά και χωρίς να υπάρξει αγνόηση των συνθηκών που την περικλείουν ως άτομο.

Η κακοποιημένη γυναίκα δρα μέσω της βίαιης οδού τη στιγμή όπου εύλογα και πραγματικά πιστεύει ότι η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο και αυτό διότι μαθαίνει να αναγνωρίζει τα μικρά σημάδια της κλιμακωμένης βίας ∙ για την ίδια, η βίωση της απειλής είναι πραγματικό γεγονός. Παραδείγματος χάριν, ενόσω ο κακοποιός σύζυγος κοιμάται, η γυναίκα ζει με το φόβο πως όταν αυτός θα ξυπνήσει, θα την κακοποιήσει και θα της επιτεθεί ξανά και ο φόβος αυτός εξάγεται από την ήδη επανειλημμένη συμπεριφορά του πρώτου εναντίον της. Ακόμη, λοιπόν, και όταν δεν υπάρχει άμεση επίθεση, η γυναίκα εξακολουθεί πραγματικά να πιστεύει πως βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο αυτό.

Για σκοπούς του παρόντος, θα γίνει σύντομη αναφορά στην υπεράσπιση της άμυνας. Η άμυνα, ως προβλέπεται υπό το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα, έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση επικείμενου κινδύνου που δύναται να βλάψει τον αμυνόμενο. Ωστόσο, η κατασκευή της υπεράσπισης αυτής είναι βασισμένη στην επιθετικότητα και ισχύ ενός άνδρα, γεγονός ασυμβίβαστο προς τις κακοποιημένες κατηγορούμενες γυναίκες. Ως προαναφέρθηκε, η γυναίκα ενδεχομένως να σκοτώσει το σύζυγο ενόσω είναι άοπλος και συνεπώς δεν υπάρχει η άμεση απειλή η οποία πρέπει να υφίσταται κατά την εφαρμογή της άμυνας.

Ο επικείμενος κίνδυνος είναι ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της άμυνας και με τη λέξη αυτή δημιουργείται η εικόνα ενός ανεβασμένου μαχαιριού ή στοχευμένου όπλου. Μολαταύτα, μία κακοποιημένη γυναίκα μπορεί να αντιδράσει υπό άμυνα σε στιγμή όπου, ενώ για όλους τους υπόλοιπους ο κίνδυνος δεν φαίνεται να είναι επικείμενος, για την ίδια το αίσθημα της επίθεσης είναι σε συνεχή ένταση.

Συνεπώς, η επίκληση της άμυνας υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θα μπορούσε να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις του BWS καθότι ενδεχόμενη προσπάθεια θα είχε ως αποτέλεσμα τη φαλκίδευση των δικαιωμάτων της κατηγορούμενης γυναίκας.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μίας κακοποιημένης γυναίκας ερείδονται στη βίωση του κύκλου βίας ο οποίος αναπτύσσει μία πραγματική αντίληψη επικείμενης βίας, την οποία άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν κακοποιηθεί αδυνατούν να αντιληφθούν, κι έτσι η γυναίκα αυτή συλλαμβάνει τον κίνδυνο ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος δεν είναι πραγματικά επικείμενος.

Είναι απαραίτητο όπως οι κακοποιημένες γυναίκες έχουν στη διάθεσή τους υπερασπίσεις οι οποίες αναγνωρίζουν το BWS και ανταποκρίνονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που περιβάλλουν τόσο τις ίδιες όσο και τις συνθήκες υπό τις οποίες επιβιώνουν. Διαφορετική περίπτωση θα σήμαινε πως το ίδιο το δίκαιο ενδίδει μπροστά στην άδικη επίθεση του κακοποιού, εφόσον το άδικο δεν θα μπορεί να αποκλεισθεί από την κακοποιημένη γυναίκα.

Συμπεράσματα

Αυτό που μπορεί να σημειωθεί είναι ο παραλληλισμός μεταξύ του BWS και της απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης (αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του κάθε ανθρώπου και μη υποκείμενο σε εξαιρέσεις). Έχει κριθεί πως μία μεταχείριση χαρακτηρίζεται ως απάνθρωπη όταν η διάρκειά της εσκεμμένα είναι πολύωρη και έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής βλάβης ή έντονης σωματικής ή ψυχικής οδύνης.[13] Τι διαφορά, λοιπόν, υπάρχει ανάμεσα στις έννοιες αυτές τη στιγμή όπου μία γυναίκα κακοποιείται επανειλημμένως από τον τύραννο σύζυγό της μέσα στο ίδιο της το σπίτι; Τη στιγμή όπου βιώνοντας άγχος, κατωτερότητα, ταπείνωση και φόβο, πλήττεται η αξιοπρέπειά της;

Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι αυτό των καταδικασθέντων σε διά βίου φυλάκιση. Το σκεπτικό εδώ είναι ότι οι ίδιοι πιθανόν να κρατούνται στη φυλακή μέχρι το τέλος της ζωής τους και η απουσία μίας πραγματικής προοπτικής για απελευθέρωση συνιστά μία συνθήκη απάνθρωπη και εξευτελιστική.[14] Για το λόγο αυτό οι κατάδικοι πρέπει να βρίσκονται σε θέση διατήρησης ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον. Ποια είναι, όμως, η ελπίδα μίας κακοποιημένης γυναίκας; Πώς μπορεί η ίδια να σπάσει τον κύκλο της βίας και να απεγκλωβιστεί από τον συνεχή εφιάλτη ή τουλάχιστον να πιστέψει πως μπορεί να τον σπάσει;

Η κακοποιημένη γυναίκα βιώνει καθημερινά την απάνθρωπη μεταχείριση από τον τύραννο σύζυγό της και μία από τις συνέπειες που της επιφέρει είναι η ψυχολογική ακινητοποίηση προς διαφυγή, πιθανότητα η οποία πολλές φορές θα σήμαινε και τη θέση κινδύνου της ζωής της.

Η ερμηνεία και προσέγγιση του BWS διαμέσου του νόμου και της νομολογίας είναι απαραίτητο να καλύπτει τις ανάγκες όλων των κακοποιημένων γυναικών. Διαφορετική περίπτωση θα έχει ως αποτέλεσμα την υπονόμευση των δικαιωμάτων των κακοποιημένων γυναικών για προστασία τους από το νομικό σύστημα λόγω των υφιστάμενων προκαταλήψεων και των κωλυμάτων που εμφανίζονται στην εφαρμογή των διαθέσιμων υπερασπίσεων.

Δεν παύει, λοιπόν, να αποτελεί γεγονός πως οι γυναίκες αυτές βρίσκονται σε μειονεκτική θέση δεδομένης της δυσκολίας εντοπισμού της «κατάλληλης» συμπεριφοράς όχι μόνο στο πλαίσιο της άμυνας αλλά και σε άλλες υπερασπίσεις.[15] Έτσι, όταν εν τέλει μία κακοποιημένη γυναίκα σκοτώνει τον κακοποιό της με σκοπό την προστασία τόσο της ιδίας όσο και των παιδιών της, οι πιθανότητες αποτυχίας λόγω των εγγενών διαφωνιών είναι σημαντικές.[16] Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι το BWS είναι παρακλάδι της έννοιας της μαθημένης αβοηθησίας και όχι ψυχική ασθένεια όπως πολλοί ισχυρίζονται.

Είναι ουσιώδες όπως εντός των δικαστικών αιθουσών και μέσω της κατάλληλης εμπειρογνωμοσύνης, το BWS ρίξει φως στην ψυχική κατάσταση της γυναίκας τη στιγμή της τέλεσης του αδικήματος ώστε να υπάρξει η άρνηση της πρόθεσης για διάπραξη εγκλήματος λόγω ακριβώς των συμπτωμάτων που έχουν αναπτυχθεί στην ίδια. Υπό αυτό το πλαίσιο, θα ήταν δυνατή η έρευνα αναφορικά με τις υποκειμενικές συνθήκες που ανάγκασαν τη γυναίκα να σκοτώσει κι έτσι η εξέταση θα αφορά κατ’ αποκλειστικότητα την ίδια με τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά, όπως άλλωστε αρμόζει. 


[1] Dania Bardavid and Marissa Chiarolanzio and Allison Strittmater, 'Domestic Violence' (2016) 17 Geo J Gender &

L 211, p. 224.

[2] Sara M Sandler, 'Battered Woman's Syndrome: Setting a Standard in Florida' (2007) 31(2) Nova L Rev 375, p.

376.

[3] Colleen Cacy, 'The Battered Woman's Syndrome Defense' (1985) 34(2) U Kan L Rev 337, p. 338.

[4] Dania Bardavid and Marissa Chiarolanzio and Allison Strittmater, 'Domestic Violence' (2016) 17 Geo J Gender &

L 211, p. 224.

[5]  State v. Smullen (2004) 380 Md. 233, 844 A.2d 42.

[6] Rebecca D. Cornia, ‘Current Use of Battered Woman Syndrome: Institutionalization of Negative Stereotypes about Women’ (1997) 8 UCLA Women's Law Journal 99, p. 103.

[7] Jessica Savage, 'Battered Woman Syndrome ' (2006) 7 Geo J Gender & L 761, p. 762.

[8] Joan M. Schroedera, ‘Using Battered Woman Syndrome Evidence In The Prosecution Of A

Batterer’ (1991) 76(3) Iowa L. Rev. 553, p. 558.

[9]Xinge He and Emma Johnson and Lauren Katz and Blake Pescatore and Alexandra Rogers

and Eva Schlitz, 'Domestic Violence' (2020) 21(2) Geo J Gender & L 253, p. 275.

[10] Sharon Angella Allard, 'Rethinking Battered Woman Syndrome: A Black Feminist Perspective' (1991) 1 UCLA

Women's LJ 191, p. 192

[11]  State v. Kelly (1984) 97 N.J. 178, p. 222.

[12]Xinge He and Emma Johnson and Lauren Katz and Blake Pescatore and Alexandra Rogers and Eva Schlitz,

'Domestic Violence' (2020) 21(2) Geo J Gender & L 253, p. 275.

[13] The Greek Case, ECHR, Nos. 3321/67, 3322/67, 3323/67 and 3344/67, 05/11/1969.

[14]Vinter and Others v. The United Kingdom, ECHR, Nos. 66069/09, 130/10 and 3896/10, 09/07/2013.

[15] Caroline Murphy, 'Should the Defence of Provocation Be Available to Battered Women Who Kill' (2019) 19 U C

Dublin L Rev 71, p. 79.

[16] Eleanor Leontine Guidry Kitto, 'A Criminal Law Reform in Louisiana and Its Profound Impact on Battered

Women Charged with Murder' (2019) 21 Loy J Pub Int L 107.

Σχόλια

Top Legal Stories

Κατάργηση του περί Δικαστηρίων (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1974

Ο περί Διαφανών και Προβλέψιμων Όρων Εργασίας (Τροποποιητικός) Νόμος 85(Ι) του 2024

Δύο (2) κενές μόνιμες θέσεις Νομικού Λειτουργού στο Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας, Νομική Υπηρεσία

Fostering Innovation in Financial Services: An Analysis of the CySEC Regulatory Sandbox

Δημόσια βλάβη: Τροποποίηση στο άρθρο 115 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου