Του Κωνσταντίνου Χρ. Κληρίδη, Δικηγόρου
Η ποινική διαδικασία αποτελεί έναν από τους σοβαρότερους μηχανισμούς άσκησης κρατικής εξουσίας. Η καταχώριση μιας ποινικής υπόθεσης, ακόμη και πριν από οποιαδήποτε καταδίκη, είναι ικανή να επηρεάσει βαθιά την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή ενός προσώπου. Για τον λόγο αυτό, το δίκαιο αναγνωρίζει ότι η ποινική διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται καταχρηστικά, εκδικητικά ή ως εργαλείο πίεσης σε ιδιωτικές ή εμπορικές διαφορές.
Το κυπριακό δίκαιο αναγνωρίζει το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης μέσω του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική αλλά ταυτόχρονα απαιτητική νομική θεραπεία, η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας του πολίτη έναντι της καταχρηστικής ενεργοποίησης της ποινικής δικαιοσύνης.
Η έννοια της κακόβουλης δίωξης
Κακόβουλη δίωξη υφίσταται όταν κάποιος κινεί ή συνεχίζει ποινική διαδικασία εναντίον άλλου χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία και με κακοβουλία, δηλαδή με σκοπό διαφορετικό από την καλόπιστη επιδίωξη απονομής της δικαιοσύνης.
Η σχετική νομολογία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι δεν αρκεί απλώς η αθώωση του κατηγορουμένου. Το γεγονός ότι μια ποινική υπόθεση αποτυγχάνει δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ήταν κακόβουλη. Το Δικαστήριο εξετάζει το σύνολο των περιστάσεων και κυρίως τη γνώση, τα κίνητρα και τη συμπεριφορά του παραπονούμενου κατά τον χρόνο καταχώρισης και προώθησης της ποινικής διαδικασίας.
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος
Για να επιτύχει αγωγή κακόβουλης δίωξης πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
1. Έναρξη ή συνέχιση ποινικής διαδικασίας
Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος ήταν ουσιαστικά υπεύθυνος για την έναρξη ή συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. Στις περιπτώσεις ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων το στοιχείο αυτό συνήθως αποδεικνύεται ευκολότερα.
2. Η διαδικασία κατέληξε υπέρ του ενάγοντα
Απαιτείται αθώωση, απόσυρση της υπόθεσης ή άλλη κατάληξη υπέρ του κατηγορουμένου.
3. Απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας
Πρόκειται για το σημαντικότερο ίσως στοιχείο. Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ο παραπονούμενος είχε αντικειμενικά εύλογη βάση να πιστεύει ότι είχε διαπραχθεί ποινικό αδίκημα.
Δεν αρκεί η ύπαρξη υποψίας ή προσωπικής δυσαρέσκειας. Ούτε επιτρέπεται κάποιος να αποσιωπά γεγονότα που γνωρίζει και τα οποία καταρρίπτουν την κατηγορία.
4. Κακοβουλία
Η κακοβουλία δεν περιορίζεται σε προσωπική έχθρα ή εκδικητικότητα. Υφίσταται όταν η ποινική διαδικασία χρησιμοποιείται για αλλότριο σκοπό, όπως:
- άσκηση πίεσης,
- εκφοβισμό,
- εξαναγκασμό σε πληρωμή,
- επηρεασμό αστικής διαφοράς,
- βλάβη της φήμης του άλλου μέρους.
Η νομολογία αναγνωρίζει ότι μια ποινική διαδικασία μπορεί να είναι κακόβουλη ακόμη και χωρίς προσωπικό μίσος, εφόσον χρησιμοποιείται ως εργαλείο πίεσης ή εξυπηρέτησης ξένου σκοπού.
5. Ζημιά
Η ζημιά μπορεί να περιλαμβάνει:
- δικηγορικά έξοδα,
- απώλεια εισοδήματος,
- ταλαιπωρία και ψυχολογική πίεση,
- βλάβη φήμης,
- επαγγελματικές συνέπειες,
- κίνδυνο στέρησης ελευθερίας.
Η προσέγγιση της κυπριακής νομολογίας
Η κυπριακή νομολογία είναι ιδιαίτερα προσεκτική στις υποθέσεις κακόβουλης δίωξης. Τα Δικαστήρια αναγνωρίζουν αφενός την ανάγκη προστασίας του πολίτη από καταχρηστικές ποινικές διαδικασίες, αφετέρου όμως αποφεύγουν να αποθαρρύνουν την καλόπιστη καταγγελία ποινικών αδικημάτων.
Σε ορισμένες υποθέσεις τα Δικαστήρια απέρριψαν αγωγές κακόβουλης δίωξης επειδή έκριναν ότι, παρά την αθώωση, υπήρχε αντικειμενικά εύλογη βάση για την ποινική καταγγελία.
Σε άλλες περιπτώσεις όμως επιδικάστηκαν αποζημιώσεις όταν αποδείχθηκε ότι ο κατήγορος γνώριζε γεγονότα που κατέρριπταν την κατηγορία ή όταν η ποινική διαδικασία χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πίεσης σε ιδιωτική ή εμπορική διαφορά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν υποθέσεις στις οποίες η ποινική διαδικασία συνδέθηκε με εμπορικές διαφορές, επιταγές, εταιρικές συγκρούσεις ή διαφορές κατοχής περιουσίας. Εκεί τα Δικαστήρια εξετάζουν με αυξημένη προσοχή κατά πόσο επιχειρείται μετατροπή μιας καθαρά αστικής διαφοράς σε ποινική υπόθεση.
Η κακόβουλη δίωξη ως μορφή κατάχρησης διαδικασίας
Η κακόβουλη δίωξη συνδέεται στενά με την ευρύτερη αρχή της απαγόρευσης κατάχρησης διαδικασίας. Η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο ιδιωτικής διαπραγμάτευσης ή επιχειρηματικής πίεσης.
Η καταχώριση ποινικής υπόθεσης για σκοπούς εκφοβισμού ή οικονομικού εξαναγκασμού υπονομεύει την ίδια τη λειτουργία της δικαιοσύνης και πλήττει την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς.
Οι αποζημιώσεις
Σε επιτυχή αγωγή κακόβουλης δίωξης το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει:
- γενικές αποζημιώσεις,
- ειδικές αποζημιώσεις,
- δικηγορικά έξοδα,
- και σε εξαιρετικές περιπτώσεις παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις.
Οι τελευταίες επιδικάζονται όταν η συμπεριφορά του εναγόμενου θεωρείται ιδιαίτερα καταχρηστική, αλαζονική ή εκδικητική.
Συμπέρασμα
Η αγωγή κακόβουλης δίωξης αποτελεί σημαντικό θεσμό προστασίας του πολίτη από την καταχρηστική χρήση της ποινικής διαδικασίας. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για απαιτητικό αγώγιμο δικαίωμα, η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει σαφώς ότι η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μέσο ιδιωτικής πίεσης ή εκδίκησης.
Η ισορροπία είναι λεπτή: το δίκαιο πρέπει να προστατεύει τόσο το δικαίωμα καταγγελίας πραγματικών αδικημάτων όσο και το δικαίωμα του πολίτη να μην υφίσταται αδικαιολόγητες και καταχρηστικές ποινικές διώξεις.
Όταν η ποινική διαδικασία χρησιμοποιείται όχι για την απονομή της δικαιοσύνης αλλά ως εργαλείο πίεσης, το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης λειτουργεί ως ουσιαστικός μηχανισμός αποκατάστασης και λογοδοσίας.
* Ο Κωνσταντίνος Χρ. Κληρίδης είναι Δικηγόρος | Barrister-at-Law Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Σχόλια