Αντισυνταγματικοί πέντε Νόμοι με διατάξεις για το Πόθεν Έσχες δημοσίων υπαλλήλων

Αντισυνταγματικοί ως αντικείμενοι προς τις διατάξεις του άρθρου 15 του Συντάγματος κρίθηκαν πέντε νόμοι με βάση ισάριθμες αναφορές του ΠτΔ σύμφωνα με ομόφωνη Γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τους εξής νόμους:
- περί Δημοσίας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016 
- περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016 
- περί Στρατού της Δημοκρατίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016
- περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμος του 2016
- περί Αστυνομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2016
Με τις υπό κρίση διατάξεις των παραπάνω νόμων επιβάλλεται  η υποχρέωση όπως τα περιουσιακά στοιχεία και τυχόν μεταβολή τους και τα προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων που ορίζονται στις οικείες διατάξεις, να υποβάλλονται στον Έφορο Φορολογίας καθώς επίσης και η υποχρέωση δημοσιοποίησης της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων ή τυχόν μεταβολής τους.
Όπως αρχικά σημειώνει το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι «η υποχρέωση για την υποβολή δήλωσης, με βάση τα προαναφερθέντα άρθρα των υπό εξέταση νομοθετημάτων, αποτελεί καταφανή επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής, το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 15.1 του Συντάγματος, θα πρέπει να εξετασθεί το κατά πόσο η εν λόγω επέμβαση δικαιολογείται δυνάμει της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω Άρθρου και συγκεκριμένα υπό το φως της διαμόρφωσής του μέσω της ένατης τροποποίησης, ήτοι «προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή».
Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, στα ως άνω νομοθετήματα, «η αιτιολογική έκθεση που τα καλύπτει, ουσιαστικά πανομοιότυπη, καθορίζει ότι σκοπός της θέσπισής τους είναι «. η διασφάλιση της διαφάνειας και η πρόληψη της διαφθοράς .. με την ενίσχυση των υφιστάμενων διατάξεων που αφορούν τον έλεγχο που ασκείται σε σχέση με την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων .. («πόθεν έσχες»). Δεν γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, είτε στην Αιτιολογική Έκθεση είτε στο προοίμιο των Νόμων, τα οποία και να τεκμηριώνουν την ανάγκη, ούτε και στοιχειοθετείται, με αναφορά σε οποιοδήποτε από τους τομείς που προβλέπονται, πιεστική κοινωνική ανάγκη, τέτοιας μορφής που να δικαιολογεί, ως ανάλογο μέτρο, την επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής, το οποίο διασφαλίζεται από το ΄Αρθρο 15.1 του Συντάγματος».
Τονίζει ακόμα το Δικαστήριο ότι, «ακόμη και στις περιπτώσεις επιτρεπτής κατ΄ ακολουθία της παραγράφου 2 του Άρθρου 15 του Συντάγματος ρύθμισης, ο νομοθέτης οφείλει να τεκμηριώσει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Θα πρέπει δηλαδή να θεμελιώσει γιατί κατά την κρίση του η ρύθμιση αυτή είναι «απολύτως αναγκαία» για να επιτευχθεί η προστασία που επιδιώκεται. Η απουσία αιτιολογίας και τεκμηρίωσης του ισχυρισμού ότι η υπό εξέταση ρύθμιση αποτελεί επιτρεπτή ρύθμιση, καθιστά αδύνατο και τον δικαστικό έλεγχο σε σχέση με την αναλογικότητα. 
Επιπρόσθετα, και με δεδομένη την ύπαρξη υφιστάμενης νομοθεσίας που διέπει ζητήματα δεκασμού και κατάχρησης εξουσίας από δημόσιους λειτουργούς, προέβαλλε, επίσης ως επιτακτική, η υποχρέωση συσχετισμού μεταξύ υφιστάμενων νομοθετικών διατάξεων και της ανάγκης λήψης πρόσθετων μέτρων για την αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων και προς υποστήριξη της αναγκαιότητας αναχαίτισής τους».
Ενόψει αυτών το Δικαστήριο κρίνοντας αντισυνταγματικές τις επίμαχες διατάξεις, έκρινε καθ’ ολοκληρία τους παραπάνω νόμους ως αντισυνταγματικούς. (δημοσίευση απόφασης: cylaw.org).
Διαβάστε ακόμα: Νομοσχέδιο για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας

Σχόλια