Η έννοια του κράτους δικαίου και η κατοχύρωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των εκτοπισμένων

Γράφει η Αθηνά Σοφοκλέους, Νομικός
Η Δημοκρατία στηρίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας των πολιτών και σημαίνει «διακυβέρνηση του λαού από το λαό για τον λαό» (Abraham Lincoln)[1]. Η επιδίωξη του ελληνισμού θα πρέπει να είναι η επιδίωξη και υιοθέτηση μιας λύσης που να συνάδει με τις αρχές και τις αξίες της ΕΕ ως θεμελιώδεις κανόνες ρύθμισης των Κρατών μελών της. Οι κανόνες αυτοί βρίσκονται στις πρόνοιες της Συνθήκης της ΕΕ[2] οι οποίοι αφορούν την Ελευθερία, Δημοκρατία, Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Κράτος Δικαίου. Η Ελευθερία ενός κράτους αποκλείει κατοχικά στρατεύματα, αυτοκυβέρνηση και ελεύθερη επιλογή ενός προτεινόμενου σχεδίου λύσεως.
Ο σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, για τα οποία γίνεται ιδιαίτερος λόγος στη Συνθήκη του Άμστερνταμ 1997, αποτελεί  απαραίτητο κώδικα συμπεριφοράς των κρατών μελών της Ε.Ε. Το άρθρο 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφέρει ρητά πως το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο και παράλληλα διασφαλίζει τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και την εφαρμογή τους.  Τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες προστατεύονται από το Κυπριακό Σύνταγμα στα Άρθρα 6-35, καθώς η ΕΣΔΑ αποτελεί μέρος του κυπριακού δικαίου.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα εφαρμόζονται στα δεδομένα του κυπριακού προβλήματος όπως: α) την εφαρμογή της απόφασης του ΕΔΑΔ στη διακρατική προσφυγή εναντίον της Τουρκίας, με την επιστροφή όλων των προσφύγων στις κατοικίες τους και την απόδοση αποζημιώσεων για τις περιουσίες τους β) το δικαίωμα ατομικής προσφυγής στο ΕΔΑΔ γ) το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης όσων των Κυπρίων σε οποιοδήποτε μέρος της κυπριακής επικράτειας δ) το δικαίωμα κάθε Κύπριου πολίτη στο «εκλέγειν και εκλέγεσθαι». Σχετική είναι η υπόθεση Αziz v. Cyprus(2004). Ο αιτητής (Τ/κ καταγωγής) υπέβαλε παράπονο δυνάμει του Άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου 1 σε συνδυασμό με το Άρθρο 14 της Σύμβασης για τον λόγο ότι δεν του επιτράπηκε να ασκήσει τα εκλογικό του δικαίωμα να ψηφίσει λόγω εθνικής καταγωγής και/ή το γεγονός ότι ανήκει σε εθνική μειονότητα,[3] και ε) την απαγόρευση οποιασδήποτε δυσμενούς διακρίσεως στην εκάστοτε κοινότητα (Ε/κ και Τ/κ).
Σύμφωνα με την απόφαση  του ΕΔΑΔ (10/5/2001)[4] σχετικά με τη τέταρτη διακρατική προσφυγή της Κύπρου για παραβιάσεις εκ μέρους της Τουρκίας, την οποία η Τουρκία αρνείται να εκτελέσει, διαπιστώθηκαν παραβιάσεις των Άρθρων 1,2,3 της ΕΣΔΑ[5]. Σε αυτή την υπόθεση επισφραγίστηκε από το Δικαστήριο η νομική και πολιτική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και παράλληλα καταδικάστηκε η Τουρκία και συγκεκριμένα για τη στάση της στο ζήτημα των αγνοούμενων της εισβολής (1974). Το 2014 το ΕΔΑΔ επιδίκασε σε βάρος της Τουρκίας καταβολή αποζημιώσεων στους συγγενείς των αγνοουμένων ύψους 30 εκατομμυρίων και 60 εκατομμύρια για τους εγκλωβισμένους της Καρπασίας.
Επίσης, ατομικά μπορούν να προσφύγουν στο ΕΔΑΔ όλοι οι εκτοπισμένοι, με τη στήριξη του κράτους τους. Οι εκτοπισμένοι έχουν δικαίωμα σε επιστροφή στις εστίες τους και σε ανάκτηση των περιουσιών τους. Η παραβίαση του δικαιώματος απόλαυσης της περιουσίας και της βίαιης μετακίνησης πληθυσμών είναι στοιχεία εθνοκάθαρσης. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει η υπόθεση[6] που αναφέρεται παρακάτω. Οι ανταλλαγές πληθυσμών που επιτρέπονταν πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Συνθήκη Λωζάννης 1923), δεν είναι πλέον σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο, καθώς παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι μαζικές και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών απαγορεύονται πλήρως, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 1948 (Άρθρα 3,5.9 και 12), της ΕΣΔΑ 1950 και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα 1996.Ας σημειωθεί πώς η πρώτη διακρατική προσφυγή έγινε το 1974 (6780/74)[7], αμέσως μετά την εισβολή.
Τέλος η έννοια του Κράτους Δικαίου καλύπτει όχι μόνο την υποχρέωση όπως κάθε κρατική εξουσία ασκείται βάσει νόμου, αλλά και η ευρύτερη έννοια της δικαιοσύνης του κράτους δικαίου στα δεδομένα της Κύπρου, σημαίνει την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την απαγόρευση στρατιωτικής ή άλλης παράνομης επέμβασης εντός του κυρίαρχου κράτους.

[1] Ομιλία στο Γκέτισμπεργκ, Πενσυλβάνια,19 Νοεμβρίου 1863.
[2] Άρθρο 2 Συνθήκη Ε.Ε, Πηγή: https://www.ecb.europa.eu/ecb/legal/pdf/c_32620121026el.pdf (Ημερομηνία Επίσκεψης:7/4/2017).
[3] Βλ. Υπόθεση Αziz v.Cyprus (Αίτηση αρ.69949/01), Απόφαση Στρασβούργο, 22 Ιουνίου 2004.

[4] Βλ. Cyprus: European Court of Human Rights; Turkey: Interstate Application of Cyprus Against Turkey: Just Satisfaction Claims, (13 May 2015)

[5] Σχετικά με τους αγνοούμενους της εισβολής, για τον εκτοπισμό και σεβασμό της περιουσίας και για τους εγκλωβισμένους της Καρπασίας.
[6] Βλ. Τιτίνα Λοΐζίδου v. Τουρκίας(1996)
[7] Βλ. Applications Nos. 9780/74 AND 6950/75, Cyprus against Turkey, Report of the Commission (10 July 1976).
Πηγή: http://www.cyprus-conflict.org/materials/echr/index.html (Ημερομηνία Επίσκεψης: 7/4/2017).

Σχόλια