Ζητήματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, του Κυπριακού Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Γράφει η Αθηνά Σοφοκλέους, Νομικός
H βασική αρχή του κράτους δικαίου είναι ότι «ουδείς είναι υπεράνω του Νόμου και ότι όλοι είναι ίσοι έναντι του Νόμου». Η πάταξη της διαφθοράς και η διερεύνηση εγκλημάτων, στο πλαίσιο ενός ευνομούμενου κράτους  πρέπει να γίνονται με νόμιμα μέσα, εντός των πλαισίων που καθορίζουν οι νόμοι.  Στην Κύπρο, η νομιμότητα καθορίζεται από τους Νόμους, περιλαμβανομένων και των διεθνών συμβάσεων που υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν στην κυπριακή έννομη τάξη.
Το Σύνταγμα και οι νόμοι της Κύπρου προνοούν ότι «ουδείς θεωρείται ένοχος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας», ενώπιον του δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος απόδειξης για την  ενοχή ενός κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σύμφωνα με τους ισχύοντας κανόνες απόδειξης που διέπονται από τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9. Μαρτυρία που λήφθηκε αντισυνταγματικά, δεν γίνεται αποδεκτή στο δικαστήριο.  Μαρτυρία που λήφθηκε παράνομα ή παράτυπα, κατά παράβαση των δικαστικών ή άλλων κανόνων πρακτικής, μπορεί να γίνει δεκτή, αν το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια (με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης) κρίνει ότι το όφελος, από την αποδοχή της μαρτυρίας, θα είναι μεγαλύτερο από τη ζημία που θα προκληθεί, αν η μαρτυρία δεν γίνει δεκτή.
Το ακανθώδες ζήτημα της παρακολούθησης τηλεφωνημάτων και γενικά της επικοινωνίας, προσκρούει στη συνταγματική επιταγή για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της  επικοινωνίας των ανθρώπων. Πρόσφατα όμως, έγινε τροποποίηση του Συντάγματος που επιτρέπει στα δικαστήρια να εξουσιοδοτούν την παρακολούθηση επικοινωνίας προσώπων που είναι ύποπτα για τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, υπό προϋποθέσεις. Στα σοβαρά αυτά αδικήματα περιλαμβάνονται τα αδικήματα διαφθοράς που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω, καθώς και αδικήματα εμπορίας ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων και παιδικής πορνογραφίας. Οι αρχές της αναλογικότητας και της νομιμότητας πρέπει εφαρμόζονται με στόχο την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των ανθρώπων από τη μια, και της καταπολέμησης του εγκλήματος, από την άλλη. 
Η μαρτυρία η οποία εξασφαλίζεται κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων ενός ατόμου, είναι δεδομένο πως δεν γίνεται  δεκτή στην Κύπρο. Σε σωρεία υποθέσεων αναγνωρίστηκε πως ο κανόνας αυτός δεν δέχεται εξαιρέσεις, όπως αναλύονται παρακάτω. Καθοριστική ήταν η υπόθεση ThePolicev. AndreasGeorgiades (1982)[1]. Ο κατηγορούμενος ψυχολόγος κατηγορείτο για ψευδορκία και τα γεγονότα είχαν ως εξής. Το Δικαστήριο δέχθηκε συνομιλία την οποία ο κατηγορούμενος είχε με τον ασθενή, κατά την διάρκεια ιατρικής εξέτασής του, η οποία συνομιλία παρακολουθείτο με ηλεκτρονικά μέσα και μαγνητοφωνήθηκε, χωρίς την προηγούμενη γνώση και συγκατάθεση του Γεωργιάδη ή του πελάτη του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η μαρτυρία αυτή δεν μπορούσε να γίνει δεκτή καθώς παραβιάζονταν οι συνταγματικές πρόνοιες  του  ‘Αρθρου 15[2] , σχετικά με το δικαίωμα της προστασίας της  ιδιωτικής ζωής του ατόμου και  την παραβίαση του Άρθρου 17[3], για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας. Αναφορικά με την προστασία των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων σχετικές είναι και οι πρόνοιες του Νόμου 92(1)/1996 για την Προστασία του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας, αλλά και πιο πρόσφατα, του Νόμου 183(1)/2007 για την διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, με σκοπό την διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, κατόπιν αδειας του Γενικού Εισαγγελέως.
Σημαντική είναι και η υπόθεση Γιάλλουρος ν. Αστυνομίας (1992) όπου ο κατηγορούμενος, παρακολούθησε και μαγνητοφώνησε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις υπαλλήλου του Συμβουλίου με τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα. Κατά τη δίκη τέθηκε θέμα ακρόασης του περιεχομένου των μαγνητοταινιών για σκοπούς αναγνώρισης.  Το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως το περιεχόμενο των μαγνητοταινιών είναι προϊόν παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των συνομιλητών που κατοχυρώνεται από τα άρθρα 15 και 17  του Συντάγματος και επομένως καλύπτεται από τον κανόνα αποκλεισμού του ως μαρτυρίας.Ο αποκλεισμός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται κανένα συμβιβασμό ή εξαίρεση.
Το απόρρητο της επικοινωνίας παραμένει αλώβητο ακόμα και μετά την τροποποίηση, εκτός στις εξαιρέσεις που προνοείται από το Σύνταγμα όπου χωρεί επέμβαση για πτωχεύσαντες ή κρατούμενους στις φυλακές νομίμως. Μετά την τροποποίηση έχουν εισαχθεί εξαιρέσεις για την διερεύνηση πολύ σοβαρών ποινικών αδικημάτων, αλλά πάντοτε ως ο Νόμος ήθελε καθορίσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πανίκου Αντώνη Αεροπόρου κ.ά. (1998)[4], αποφάνθηκε  ότι οι πρόνοιες της νομοθεσίας του νόμου 92 (1)/1996 ο οποίος απαγορεύει και ποινικοποιεί με ορισμένες εξαιρέσεις την αποκάλυψη του περιεχομένου κάθε ιδιωτικής επικοινωνίας, περιλαμβανομένης και της τηλεπικοινωνίας, δεν επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία περιέχει στοιχεία για τηλεφωνικές κλήσεις.
Πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση, αναφορικά με την Aίτησητου Ιωσήφ Κακουλλή (2007)[5],σχετικά με την έκδοση certiorari, αποφάσισε ότι έκδοση διατάγματος για αποκάλυψη επικοινωνιακών δεδομένων, (δηλαδή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), παραβιάζει το ΄Αρθρο 17 του Συντάγματος. Το δικαστήριο ανάφερε στην απόφαση του ότι η προστασία του απορρήτου της αλληλογραφίας και της επικοινωνίας περιλαμβάνει και τη χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και διαδικτύου αποφασίστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων και Ανθρώπου, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Coplandv. UnitedKingdom[6].
Στην υπόθεση αυτή η προσφεύγουσα αγγλικής υπηκοότητας εργαζόταν σε ένα βρετανικό κολλέγιο ως προσωπική βοηθός του Διευθυντή του κολλεγίου. Κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας, η προσφεύγουσα επισκέφθηκε ένα άλλο κολλέγιο, μαζί με έναν διευθυντή, έχοντας ενημερώσει την διοίκηση του Κολλεγίου όπου εργάζεται. Η διοίκηση του κολλεγίου έχοντας σοβαρές ενδείξεις για διαρροή επαγγελματικών απορρήτων εκ μέρους της, παρακολούθησε το τηλέφωνο, το e-mail και η πλοήγησή της στο διαδίκτυο και αυτό έγινε για να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα έκανε υπερβολική χρήση των υποδομών του Κολλεγίου για προσωπικούς σκοπούς. Η ίδια προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και ισχυρίστηκε ότι προσβλήθηκε το δικαίωμα της προσωπικής της ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ), ενώ η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η παρακολούθηση των τηλεφώνων δεν ήταν παράνομη αφού ήταν στο πλαίσιο επιτήρησης όλων των εργαζομένων.
Συγκρίνοντας τα δυο άρθρα (8 και 17) διακρίνεται η συνάφεια μεταξύ του άρθρου 8[7] της ΕΣΔΑ, με το άρθρο 17 του Συντάγματός και  είναι έκδηλη η σημασία τους για την προάσπιση του θεμελιώδους δικαιώματος του απόρρητου της επικοινωνίας αλλά και η διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων.Σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβάλλεται το δικαίωμα σεβασμού των επιμέρους δικαιωμάτων ,πράγμα το οποίο σημαίνει πως τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν όχι μόνο να απέχουν από παρεμβάσεις, αλλά και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων αυτών. Συνεπώς μέσα από μια σύγκριση των δυο αυτών περιπτώσεων βασικό παράγοντας για τη λήψη ορθής απόφασης είναι το κριτήριο της αναλογικότητας αλλά και της αναγκαιότητας.Συμπεραίνεται ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που προβλέπει το Σύνταγμα.

[1]The Police v. Andrea Georgiades (1982) 2 CLR 33
[2]Βλ. άρθρο 15 ΣυντάγματοςΚ.Δ.1. «Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.2. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή».
[3]Βλ. άρθρο 17 Συντάγματος Κ.Δ.«Έκαστος έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ’ όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά μέσων μη απαγορευομένων υπό του νόμου.
2.  Δε χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβαση αυτή επιτρέπεται σύμφωνα με το νόμο, στις ακόλουθες περιπτώσεις…..»
[4]Δημοκρατία ν. Πανίκου Αντώνη Αεροπόρου κ.ά. (1998) 1ΑΑΔ,
[5]Αρ. Αιτ. 34/2007
[6]App. No. 62617/00, ημερ. 3.4.07
[7]Άρθρο 8 ΕΣΔΑ, “Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξηεπέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήνευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και τηνπρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων”.

Σχόλια