Καταβολή επιδικασθέντων εξόδων στους ενάγοντες/αιτητές: Τί αναφέρει η Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας

Το θέμα της μη καταβολής επιδικασθέντων εξόδων στους ενάγοντες/αιτητές, εξέτασε η Ελεγκτική Υπηρεσία στα πλαίσια του ελέγχου Λογαριασμών της Νομικής Υπηρεσίας για το έτος 2016 που διεξήγαγε, τα αποτελέσματα του οποίου δημοσιεύθηκαν πρόσφατα.
Αναφορικά με το θέμα αυτό, αναφέρονται στην Έκθεση τα εξής: «Στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας, σχετικής με το πιο πάνω θέμα, η Υπηρεσία μας με επιστολή ημερ. 20.4.2015 σημείωσε ότι ο τέως Γενικός Εισαγγελέας με επιστολή του ημερ. 16.1.2009, έδωσε οδηγίες προς τους Δικηγόρους της Δημοκρατίας αναφορικά με τις αποφάσεις Δικαστηρίων στις οποίες η Δημοκρατία έχει επιδικασθεί σε έξοδα ότι οι πληρωμές τόσο των αποζημιώσεων όσο και των δικηγορικών εξόδων, θα πρέπει να γίνονται στο όνομα του ενάγοντα ή του αιτητή. Ωστόσο, στις 11.2.2009, οι οδηγίες αυτές ανακλήθηκαν στη βάση προβληματισμών του Λογιστηρίου της Νομικής Υπηρεσίας, για τους οποίους η Υπηρεσία μας εξέφρασε επιφυλάξεις. Ως εκ των πιο πάνω, εισηγηθήκαμε όπως το θέμα διερευνηθεί και ενημερωθούμε για τα μέτρα που ο Γενικός Εισαγγελέας θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν, έτσι ώστε να μην προκύπτουν παρόμοια προβλήματα.
Ο Γενικός Εισαγγελέας σε απαντητική επιστολή του ημερ. 30.4.2015, ανέφερε ότι «η πρακτική που δύναται να τηρείται σε σχέση με το θέμα αυτό, θα έπρεπε να είναι αυτή που δόθηκε με οδηγίες του πρώην Γενικού Εισαγγελέα, με την επιστολή του ημερ. 16.1.2009, καθότι δικαιούχος των εξόδων είναι αποκλειστικά ο διάδικος και όχι ο Δικηγόρος του.
Το ίδιο θέμα είχαμε θίξει και στις επιστολές μας με ημερ, 17.8.2015 και 23.6.2016. Από ενημέρωση που είχαμε, η πιο πάνω πρακτική συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Σύσταση:Προς συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα θα πρέπει να καταβάλλονται στον αιτητή και όχι στον Δικηγόρο του.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας σε επιστολή του ημερ. 8.1.2018 μας ενημέρωσε ότι το θέμα πρέπει να τύχει περαιτέρω μελέτης αφού, διαχρονικά, η ακολουθηθείσα πρακτική δεν ήταν σταθερή και συνεπής. Όπως εξήγησε, οι μεν δικηγόροι προβάλλουν ότι τα δικηγορικά έξοδα μπορούν και πρέπει να καταβάλλονται στους ίδιους εφόσον εκπροσωπούν νόμιμα τους πελάτες τους και για να καταστεί δυνατή η πληρωμή της αμοιβής τους, oι δε διάδικοι προβάλλουν ότι σε κάποιες περιπτώσεις έχουν ήδη καταβάλει την συμφωνηθείσα ή υπολογιζόμενη δικηγορική αμοιβή και, εν τούτοις, οι δικηγόροι κατακρατούν και το ποσό το οποίο καταβάλλει ο αντίδικος τους προς τους δικηγόρους τους ως έξοδα. Εκείνο το οποίο διαφαίνεται είναι ότι, εν πάση περιπτώσει, ο δικηγόρος, ο οποίος εξουσιοδοτείται γραπτώς από τον διάδικο να τον εκπροσωπεί στη δικαστική διαδικασία, έχει το δικαίωμα, αν όχι την υποχρέωση, να εισπράττει εκ μέρους του πελάτη του τα ποσά τα οποία καταβάλλονται από τον αντίδικο, είτε έναντι της διεκδικούμενης απαίτησης ενώ εκκρεμεί η υπόθεση, είτε προς ικανοποίηση/εκτέλεση δικαστικής απόφασης εκεί όπου εκδίδεται απόφαση υπέρ του, πλέον το ποσό το οποίο χρεώνεται ή επιδικάζεται ως ποσό εξόδων. Μάλιστα,  όπως μας ανάφερε ο Γενικός Εισαγγελέας, θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Διαταγή 2 Κανών 7 προβλέπεται ότι σε κάθε Κλητήριο Ειδικά Οπισθογραφημένο σε σχέση με χρέος ή εκκαθαρισμένη απαίτηση, ή οπισθογράφηση θα πρέπει να αναφέρει το διεκδικούμενο ποσό πλέον το ποσό εξόδων και ότι σε περίπτωση πληρωμής του διεκδικούμενου ποσού συν το καθοριζόμενο ποσό δικηγορικών εξόδων «προς τον ενάγοντα ή προς τον δικηγόρο του …» εντός 10 ημερών, οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία θα αναστέλλεται.
Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί το γεγονός ότι, κατόπιν συνεννόησης του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με το Ανώτατο Δικαστήριο, για να καταστεί δυνατός ο επιδικασμός και Φ.Π.Α επί των δικηγορικών εξόδων τα οποία επιδικάζονται υπέρ διάδικου, θα πρέπει να αναγράφεται επί του σχετικού δικογράφου και ο αριθμός εγγραφής του δικηγόρου ή της ΔΕΠΕ στο μητρώο ΦΠΑ. Και αυτό το γεγονός συνηγορεί υπέρ του ότι το ποσό δικηγορικών εξόδων πλέον Φ.Π.Α, ή περιλαμβανομένου ΦΠΑ, που επιδικάζεται με διαταγή δικαστηρίου, θα πρέπει να καταβάλλεται στο δικηγόρο, ο οποίος με τη σειρά του υποχρεούται να αποδίδει στο Φ.Π.Α το ανάλογο ποσό φόρου. Εάν όμως το ποσό εξόδων καταβάλλεται απευθείας στον διάδικο, δεν θα μπορεί να επιδικασθεί ή εισπραχθεί Φ.Π.Α, παρά το ότι ο διάδικος θα χρεωθεί από τον δικηγόρο με Φ.Π.Α. Εάν δε επιδικασθεί με διαταγή του Δικαστηρίου και Φ.Π.Α και πληρωθεί απευθείας στον διάδικο, αυτός δεν θα μπορεί να το αποδώσει στο Φ.Π.Α, ως μη εγγεγραμμένος. Αυτά επομένως τα αναφυόμενα θέματα θα πρέπει να προβληματίσουν.
Στη βάση των πιο πάνω θέσεων που ανάφερε ο Γενικός Εισαγγελέας, θα αναμένουμε να δοθούν νέες οδηγίες για το χειρισμό του θέματος".
Συνεχής νομική και δικαστική ενημέρωση κάνοντας like στη σελίδα μας στο Facebook εδώ

Σχόλια