Αίτηση διαγραφής της αγωγής - Ερμηνεία της Δ.27 θ.3


Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 17.4.2018-αρ. αγωγής 654/2016. Αίτηση ημερ.14.12.2017 για διαγραφή της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων ως μη αποκαλύπτουσα οποιαδήποτε έγκυρη και/ή εύλογη βάση αγωγής.
"Με την υπό κρίση αίτηση αυτό που επιζητείται είναι η διαγραφή ολόκληρης της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσας  αγώγιμο δικαίωμα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να προβεί σε διαγραφή δικογράφου, επί τη βάσει του ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, παρέχεται στη Δ.27 θ 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία  διαλαμβάνει τα ακόλουθα : 
«The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.»
Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου είναι διακριτική.
Περαιτέρω η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την παλαιά Αγγλική Διαταγή Ο 25 r 4 και ως εκ τούτου καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις σχετικές  Αγγλικές Αυθεντίες επί του θέματος.
Ως προς το εύρος και ερμηνεία της πιο πάνω δικονομικής διάταξης διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959 στη σελίδα 574 υπό το τίτλο scope ofthe rule ως ακολούθως :
«It is only to plain an obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule... The power conferred by r 4 will only be exercised where the case is beyond doubt».
Περαιτέρω στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 575  υπό τον τίτλο Reasonable Cause Of Action επεξηγείται η έννοια του όρου  εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ως ακολούθως:
«There is some difficulty in affixing a precise meaning to this term...But the practice is clear. So long as the Statement of Claim or the Particulars disclose some cause of action , or raise some question fit to be decided by  a Judge or Jury , the mere fact that the case is weak, and not likely to succed is no ground, is no ground for striking out».
Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και από τη σχετική Κυπριακή νομολογία. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη (1992) 1 A.A.Δ. 1119, όπου στη σελ.1121 αναφέρονται τα εξής :
«Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας.  Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd (1991) 1 A.A.Δ. 246).  Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides (1965) 1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades (1970) 1 C.L.R. 305»
Περαιτέρω, διαφωτιστική είναι απόφαση Λοϊζος Λουκά Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, Πολιτική Εφεση 9512, ημερ. 10.9.99, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :
«Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: (1) πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και (2) η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει.  Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα».
Στην πρόσφατη απόφαση Cyproman Services Ltd v. Martin John Coward , Πολιτική  Έφεση  αρ. 140/2012, ημερομηνίας  4.4.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της Δ.27 θ 3 :
Η δικονομική αυτή πρόνοια επιτρέπει την εξέταση του ζητήματος ως προκαταρκτικού, με βάση τη δικογραφία, ειδικότερα την έκθεση απαίτησης ή την ανταπαίτηση, ανάλογα με την περίπτωση.  Πρόκειται δε για εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο σε απλές και έκδηλες περιπτώσεις («plain and obvious cases ») όπου το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο και που το ελάττωμα δεν μπορεί να θεραπευθεί με εύλογη τροποποίηση.
Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα  ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για διαγραφή της αγωγής ασκείται με φειδώ, περιορίζεται  σε απλές και έκδηλες περιπτώσεις και  δικαιολογείται μόνο, όταν είναι εμφανές πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής και η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ακόμα και εάν επιτραπούν εύλογες τροποποιήσεις αυτής.
Στην υπό κρίση υπόθεση η αγωγή εγείρεται εναντίον της Δημοκρατίας και μέσω αυτής αξιώνονται αποζημιώσεις για κατ΄ ισχυρισμό ζημίες που υπέστησαν οι Ενάγοντες από πράξη Δικαστή, ο οποίος αποτελεί αρχή της Δημοκρατίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων του.  Τονίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν  εγείρεται εναντίον του Δικαστή υπό την προσωπική του ιδιότητα, όπως εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγομένου, αλλά εναντίον της Δημοκρατίας. Υπό το πρίσμα της πιο πάνω διαπίστωσης θα πρέπει να  εξεταστεί το κατά πόσο η υπό κρίση αγωγή εγείρει κάποιο ζήτημα ικανό να δικαστεί ή είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ανυπόστατη.
Η ευθύνη της Δημοκρατίας να αποζημιώσει για τυχόν ζημίες που προκύπτουν από τις ενέργειες οποιασδήποτε αρχής της Δημοκρατίας θεμελιώνεται απευθείας από το άρθρο 172 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα :
«Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας».
Εφόσον λοιπόν, από το άρθρο 172 του Συντάγματος, θεμελιώνεται η δυνατότητα αξίωσης αποζημιώσεων εναντίον της Δημοκρατίας για ζημίες που κατ' ισχυρισμόν προκύπτουν από πράξεις ή παραλείψεις των αρχών της Δημοκρατίας, προκύπτει ότι εμφανίζεται αιτία αγωγής ή έστω κάποιο ζήτημα κατάλληλο για εκδίκαση από το Δικαστήριο. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγομένου ότι, ελλείψει έκδοσης σχετικού Νόμου, εφαρμόζονται στην παρούσα οι πρόνοιες του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148  άρθρα  4 (4), οι οποίες αφορούν την έγερση αγωγής εναντίον Δικαστή παραγνωρίζει το προφανές ότι η παρούσα στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας και όχι εναντίον Δικαστή.
Περαιτέρω το γεγονός ότι δεν ψηφίστηκε σχετικός Νόμος, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται αιτία αγωγής, αφού για την διακρίβωση των τυχόν συνεπειών από τη  μη θέσπιση σχετικού νόμου,  απαιτείται  ερμηνεία και νομική αξιολόγηση του όλου ζητήματος.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η υπό κρίση αγωγή δεν μπορεί να σταχυολογηθεί στις αγωγές που είναι αναντίλεκτα ανυπόστατες και  η παρούσα υπόθεση δεν είναι απλή και ξεκάθαρη, ώστε να χωρεί άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς διαγραφή της αγωγής.
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής". (δημοσίευση απόφασης: cylaw.org)
Διαβάστε ακόμα: Ερμηνεία της Διαταγής 57 των Θεσμών Πολ.Δικονομίας: Το Δικαστήριο δέχτηκε παράταση του χρόνου καταβολής εξόδων που τέθηκε ως όρος για παραμερισμό απόφασης

Σχόλια