Του Κωνσταντίνου Χρ. Κληρίδη, Δικηγόρου
Η μαρτυρία πραγματογνωμόνων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε σύνθετες αστικές διαφορές, ιδίως σε υποθέσεις κατασκευαστικών διαφορών, ιατρικής αμέλειας, αποτιμήσεων, μηχανικής, χρηματοοικονομικών και εμπορικών διαφορών.
Ο σκοπός της, όμως, συχνά παρεξηγείται. Ο πραγματογνώμονας δεν καλείται για να υποστηρίξει την υπόθεση του διαδίκου που τον διορίζει, ούτε για να υποκαταστήσει την αξιολογική λειτουργία του Δικαστηρίου. Ο ρόλος του είναι να παρέχει εξειδικευμένη γνώση, τεχνικά κριτήρια και ανεξάρτητη γνώμη, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα επί ζητημάτων που εκφεύγουν της συνήθους δικαστικής εμπειρίας.
Ο πραγματογνώμονας βοηθά, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει
Η κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει διαχρονικά ότι η μαρτυρία πραγματογνώμονα αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως κάθε άλλη μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί μια γνώμη απλώς επειδή παρουσιάζεται ως εξειδικευμένη. Η καθιερωμένη αρχή είναι ότι ο πραγματογνώμονας βοηθά, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει.
Ο πραγματογνώμονας οφείλει να παρέχει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά, τεχνικά ή εξειδικευμένα κριτήρια. Δεν καθορίζει τα πραγματικά γεγονότα, δεν επιλύει τα νομικά ζητήματα και δεν αναλαμβάνει ρόλο συνηγόρου. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στη μαρτυρία του εξαρτάται όχι μόνο από τα προσόντα του, αλλά και από τη συλλογιστική, τη μεθοδολογία, την ανεξαρτησία και το πραγματικό υπόβαθρο της γνώμης του.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε τεχνικές διαφορές. Όσο περισσότερο το Δικαστήριο εξαρτάται από εξειδικευμένη βοήθεια, τόσο πιο σημαντικές καθίστανται η ανεξαρτησία και η διαφάνεια. Ένας μεροληπτικός πραγματογνώμονας μπορεί να φαίνεται χρήσιμος στον διάδικο που τον καλεί, αλλά είναι απίθανο να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στο Δικαστήριο.
Το Μέρος 34 και το υπέρτερο καθήκον προς το Δικαστήριο
Το Μέρος 34 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας προσδίδει στις πιο πάνω αρχές σαφέστερη δικονομική ισχύ. Η μαρτυρία πραγματογνώμονα πρέπει να περιορίζεται σε ό,τι εύλογα απαιτείται για την επίλυση της διαφοράς. Ακόμη σημαντικότερα, το πρωταρχικό καθήκον του πραγματογνώμονα είναι να βοηθά το Δικαστήριο επί θεμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο της πραγματογνωμοσύνης του, και το καθήκον αυτό υπερισχύει οποιασδήποτε υποχρέωσης προς τον διάδικο που τον διόρισε ή τον πληρώνει.
Πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή νοοτροπίας. Η μαρτυρία πραγματογνώμονα δεν αποτελεί πλέον αυτόματο δικονομικό όπλο. Κανένας διάδικος δεν μπορεί να καλέσει πραγματογνώμονα ή να στηριχθεί σε έκθεση πραγματογνώμονα χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Όταν ζητείται άδεια, ο διάδικος πρέπει να προσδιορίζει τον σχετικό τομέα πραγματογνωμοσύνης και τα ζητήματα που θα καλυφθούν. Το Δικαστήριο μπορεί να περιορίσει το πεδίο της μαρτυρίας, να καθορίσει τα ζητήματα, να διατάξει τη χρήση ενός κοινού πραγματογνώμονα, να ελέγξει τα ανακτήσιμα έξοδα και να απαιτήσει συζητήσεις μεταξύ πραγματογνωμόνων.
Το Μέρος 34 θέτει επίσης σαφή πρότυπα για τις εκθέσεις πραγματογνωμόνων. Η έκθεση πρέπει να αποτελεί ανεξάρτητο προϊόν της γνώμης του πραγματογνώμονα. Πρέπει να είναι αντικειμενική, αμερόληπτη και ανεπηρέαστη από τις πιέσεις της αντιδικίας. Ο πραγματογνώμονας δεν πρέπει να αναλαμβάνει ρόλο συνηγόρου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα, περιλαμβανομένων εκείνων που ενδέχεται να αποδυναμώνουν τη γνώμη του, και πρέπει να καθιστά σαφές πότε ένα ζήτημα δεν εμπίπτει στην πραγματογνωμοσύνη του ή πότε οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επαρκούν.
Η γραπτή έκθεση βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Πρέπει να αναφέρει τα προσόντα του πραγματογνώμονα, το υλικό στο οποίο στηρίχθηκε, τα γεγονότα και τις οδηγίες επί των οποίων βασίζεται η γνώμη του, τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε και τους λόγους για τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει δήλωση ότι ο πραγματογνώμονας κατανοεί και έχει συμμορφωθεί με το καθήκον του προς το Δικαστήριο, καθώς και δήλωση αληθείας.
Οι απαιτήσεις αυτές δεν είναι τυπικές. Αφορούν άμεσα τη βαρύτητα και αξιοπιστία της μαρτυρίας. Μια έκθεση που απλώς παραθέτει συμπεράσματα χωρίς αιτιολόγηση, αγνοεί δυσμενή γεγονότα, δεν εξηγεί τις παραδοχές της ή μετατρέπεται σε νομική επιχειρηματολογία, ενδέχεται να έχει περιορισμένη αποδεικτική αξία.
Πρακτικές συνέπειες για τη δικαστική διαδικασία
Το νέο πλαίσιο είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε τεχνικές διαφορές, όπως οι κατασκευαστικές υποθέσεις που αφορούν καθυστέρηση, παράταση χρόνου, μετατροπές, αιτιώδη συνάφεια και την κρίσιμη διαδρομή των εργασιών. Σε τέτοιες υποθέσεις δεν αρκεί ο πραγματογνώμονας να ισχυριστεί ότι ένα έργο καθυστέρησε ή ότι συγκεκριμένες οδηγίες επηρέασαν την πρόοδό του. Η γνώμη πρέπει να στηρίζεται σε σαφή μεθοδολογία, σύγχρονα έγγραφα, ανάλυση αιτιώδους συνάφειας και προσδιορισμό των συγκεκριμένων γεγονότων που φέρονται να επηρέασαν το πρόγραμμα των εργασιών.
Το ίδιο ισχύει σε χρηματοοικονομικές, ιατρικές, μηχανικές και αποτιμητικές διαφορές. Το Δικαστήριο βοηθείται από ανάλυση, όχι από απλή διατύπωση συμπερασμάτων.
Οι νέοι Κανονισμοί παρέχουν επίσης μηχανισμούς για έλεγχο και περιορισμό της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων πριν από τη δίκη. Μπορούν να τεθούν γραπτές ερωτήσεις προς πραγματογνώμονα άλλου διαδίκου για σκοπούς αποσαφήνισης, συνήθως εντός 28 ημερών από την επίδοση της έκθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει συζητήσεις μεταξύ πραγματογνωμόνων, ώστε να προσδιοριστεί τι συμφωνείται, τι παραμένει επίδικο και γιατί. Σε κατάλληλες περιπτώσεις, μπορεί να διαταχθεί ταυτόχρονη μαρτυρία πραγματογνωμόνων, ώστε οι ειδικοί να καταθέσουν μαζί και να σχολιάσουν ο ένας τις θέσεις του άλλου.
Για τους δικηγόρους, το μήνυμα είναι σαφές. Η μαρτυρία πραγματογνώμονα πρέπει να προετοιμάζεται με πειθαρχία από την αρχή. Ο πραγματογνώμονας πρέπει να είναι κατάλληλα καταρτισμένος για το συγκεκριμένο ζήτημα, να λαμβάνει ανεξάρτητες οδηγίες, να έχει ενώπιόν του όλα τα ουσιώδη γεγονότα και να εξηγεί τη συλλογιστική του με διαφάνεια. Οι δικηγόροι πρέπει να αποφεύγουν τον πειρασμό να χρησιμοποιούν πραγματογνώμονες ως συνηγόρους με τεχνική ορολογία.
Για τους ίδιους τους πραγματογνώμονες, το μήνυμα είναι ακόμη πιο καθαρό. Το υπέρτερο καθήκον τους είναι προς το Δικαστήριο και όχι προς τον διάδικο που τους πληρώνει. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγουν σαφή συμπεράσματα. Σημαίνει ότι τα συμπεράσματά τους πρέπει να είναι ειλικρινή, ανεξάρτητα, αιτιολογημένα και περιορισμένα στο πεδίο της πραγματογνωμοσύνης τους.
Το Μέρος 34, συνεπώς, δεν αποτελεί απλώς δικονομική τροποποίηση. Αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή στην κουλτούρα της πολιτικής δίκης στην Κύπρο. Η μαρτυρία πραγματογνωμόνων πρέπει πλέον να είναι αναγκαία, αναλογική, διαφανής και πραγματικά ανεξάρτητη. Ο πραγματογνώμονας που αντιλαμβάνεται αυτόν τον ρόλο θα βοηθήσει το Δικαστήριο. Εκείνος που ενεργεί ως μεροληπτικός υποστηρικτής ενός διαδίκου ενδέχεται να δει τη μαρτυρία του να λαμβάνει ελάχιστη ή και καμία βαρύτητα.
* Ο Κωνσταντίνος Χρ. Κληρίδης είναι Δικηγόρος | Barrister-at-Law για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε

Σχόλια