Του Κωνσταντίνου Χρ. Κληρίδη, Δικηγόρου
Θεμελιώδης εγγύηση του κράτους δικαίου και της δίκαιης δίκης
Το απόρρητο του δικηγόρου δεν είναι μια απλή επαγγελματική ευχέρεια ούτε ένας τεχνικός κανόνας δεοντολογίας. Αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου, αναγκαία προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος κάθε προσώπου σε αποτελεσματική νομική συνδρομή.
Χωρίς εμπιστευτική επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, η νομική συμβουλή δεν μπορεί να είναι πλήρης και η υπεράσπιση δεν μπορεί να είναι ουσιαστική. Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να μιλά ελεύθερα με τον δικηγόρο του, χωρίς φόβο ότι οι επικοινωνίες, οι σημειώσεις, τα έγγραφά του ή τα ψηφιακά του δεδομένα θα καταστούν εύκολα αντικείμενο κρατικής πρόσβασης. Η προστασία αυτή δεν υπηρετεί μόνο τον δικηγόρο. Υπηρετεί τον ίδιο τον πελάτη, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και τελικά τη δημοκρατική έννομη τάξη αλλά και την αποτελεσματικότητα της υπεράσπισης.
Η κυπριακή νομολογία
Η κυπριακή νομολογία έχει αναδείξει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι όταν το κράτος επιδιώκει να ερευνήσει δικηγορικό γραφείο ή να αποκτήσει πρόσβαση σε υλικό που βρίσκεται στην κατοχή δικηγόρου, δεν αρκεί η εφαρμογή των κοινών αρχών που ισχύουν για οποιονδήποτε άλλο χώρο. Ενεργοποιούνται αυξημένες απαιτήσεις νομιμότητας, αναγκαιότητας και αναλογικότητας.
Από το κείμενο της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση των (1) ΑΑ & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και (2) ΑΑ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 126/2015, ημερομηνίας 30.11.2015, προκύπτει ότι όταν ένταλμα στρέφεται κατά δικηγόρου ή δικηγορικού γραφείου, το Δικαστήριο οφείλει να επιδείξει αυξημένη προσοχή, να απαιτήσει σαφή και ουσιαστική σύνδεση του δικηγόρου με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και να επιβάλει ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να αποφεύγεται δυσανάλογη επέμβαση στο επαγγελματικό απόρρητο.
Από το κείμενο της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Λ.Ν., 2. Χ.Τ. και 3. Χ.Τ. & Λ.Ν. – Συνεταιρισμός, Αρ. Αίτησης 175/2023, ημερομηνίας 13.03.2024, προκύπτει ότι, όταν τα αντικείμενα που αναζητούνται είναι συγκεκριμένα και μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, ιδίως σε δικηγορικό γραφείο, το ένταλμα πρέπει να περιορίζεται αναλόγως και να μην επιτρέπει γενικευμένη και ανεξέλεγκτη έρευνα που να θέτει σε κίνδυνο το δικηγορικό απόρρητο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάκριση που προκύπτει από το κείμενο της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση των ΑΔ ΔΕΠΕ, Πολιτική Έφεση Αρ. 337/2021, ημερομηνίας 01.03.2023: η απόφαση διακρίνει μεταξύ της κατάσχεσης συσκευών ή άλλων “πραγμάτων” δυνάμει του άρθρου 27 Κεφ.155 και της μεταγενέστερης πρόσβασης στο ίδιο το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας. Η φυσική κατάσχεση μιας συσκευής δεν σημαίνει αυτόματα και δικαίωμα πλήρους πρόσβασης στο περιεχόμενό της.
Στο ίδιο πνεύμα, από το κείμενο της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση των 1. ΑΧ Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 37/2024, ημερομηνίας 01.07.2025, προκύπτει ότι όταν ένα ένταλμα αναφέρεται ρητά σε ηλεκτρονική αλληλογραφία, τότε ανακύπτει ευθέως ζήτημα πρόσβασης στο περιεχόμενο της επικοινωνίας και, αναλόγως της φύσεως των υπό διερεύνηση αδικημάτων, ζήτημα συνταγματικής προστασίας.
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κινείται στην ίδια κατεύθυνση, με ακόμη πιο ρητή θεμελίωση.
Στην Michaud κατά Γαλλίας, 06.12.2012, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης παρέχει ενισχυμένη προστασία στις ανταλλαγές μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, διότι οι δικηγόροι επιτελούν θεμελιώδη λειτουργία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους είναι αναγκαία για την άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης.
Στην Niemietz κατά Γερμανίας, 16.12.1992, το Δικαστήριο έκρινε ότι έρευνα σε γραφείο δικηγόρου, δυνάμει ευρέως και γενικού εντάλματος, μπορεί να συνιστά δυσανάλογη επέμβαση ακριβώς επειδή προσβάλλει το επαγγελματικό απόρρητο πέραν του απολύτως αναγκαίου.
Στην André και άλλη κατά Γαλλίας, 24.07.2008, το Δικαστήριο τόνισε ότι ακόμη και όταν υπάρχουν ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις, αυτές δεν αρκούν αν στην πράξη δεν αποτρέπουν την πρόσβαση των αρχών σε προνομιακό υλικό.
Εξίσου καθοριστική είναι η Kopp κατά Ελβετίας, 25.03.1998, όπου το Δικαστήριο έδωσε έμφαση στη σαφήνεια της διαδικασίας: πρέπει να είναι ξεκάθαρο ποιος, πώς και υπό ποιες συνθήκες διακρίνει το προστατευόμενο από το μη προστατευόμενο υλικό.
Το απόρρητο στην ψηφιακή εποχή
Σήμερα, το δικηγορικό απόρρητο δεν περιορίζεται σε φυσικούς φακέλους ή έντυπα έγγραφα. Εκτείνεται σε κινητά τηλέφωνα, φορητούς υπολογιστές, μηνύματα, λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, διακομιστές και ψηφιακά αποθηκευτικά μέσα. Αυτό σημαίνει ότι μια ψηφιακή έρευνα μπορεί να είναι πολύ πιο επεμβατική από μια παραδοσιακή φυσική έρευνα.
Για τον λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή νομολογία επιμένει σε ειδικές και πραγματικά λειτουργικές ασφαλιστικές δικλείδες. Ιδιαίτερη σημασία έχει η απαίτηση του άρθρου 8 ότι κάθε επέμβαση πρέπει να είναι «σύμφωνα με τον νόμο». Αυτό δεν σημαίνει μόνο ύπαρξη τυπικής νομικής βάσης, αλλά και επαρκή σαφήνεια, προβλεψιμότητα και πραγματικές ασφαλιστικές δικλείδες κατά της αυθαιρεσίας.
Στην Bersheda and Rybolovlev κατά Μονακό, 06.06.2024, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μαζική, αδιάκριτη και δυσανάλογη ανάκτηση δεδομένων από το κινητό τηλέφωνο δικηγόρου, περιλαμβανομένων και διαγραμμένων δεδομένων, υπερέβη το αντικείμενο της δικαστικής διερεύνησης και δεν συνοδεύτηκε από ασφαλιστικές δικλείδες ικανές να διασφαλίσουν τον προσήκοντα σεβασμό προς την ιδιότητα και το επαγγελματικό απόρρητο της δικηγόρου. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει ότι στην ψηφιακή εποχή η προστασία του απορρήτου απαιτεί όχι γενικές διαβεβαιώσεις, αλλά σαφή και λειτουργική διαδικασία φιλτραρίσματος, περιορισμού και δικαστικής εποπτείας.
Συμπέρασμα
Το απόρρητο του δικηγόρου δεν αποτελεί εμπόδιο στη νόμιμη ποινική διερεύνηση. Αποτελεί, όμως, τον όρο υπό τον οποίο η διερεύνηση αυτή μπορεί να διεξάγεται χωρίς να τραυματίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου.
Η κυπριακή και η ευρωπαϊκή νομολογία συγκλίνουν πλέον σε τέσσερις βασικές αρχές: το δικηγορικό απόρρητο απολαμβάνει αυξημένη προστασία, η έρευνα σε δικηγορικό χώρο απαιτεί αυστηρότερη δικαστική στάθμιση, τα γενικά και αόριστα εντάλματα δεν είναι ανεκτά, και η πρόσβαση στο περιεχόμενο της επικοινωνίας δεν μπορεί να εξομοιώνεται με την απλή κατάσχεση αντικειμένων.
Το ζήτημα τελικά δεν είναι η προνομιακή μεταχείριση μιας επαγγελματικής ομάδας. Είναι η προστασία του πολίτη, της υπεράσπισης και της ίδιας της δικαιοσύνης.
* Ο Κωνσταντίνος Χρ. Κληρίδης είναι Δικηγόρος | Barrister-at-Law σε Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Σχόλια