Το Δικηγορικό Απόρρητο στην Ψηφιακή Εποχή: Πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ και βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν την έρευνα
Του Γιώργου Καζολέα, Δικηγόρου
Η προστασία του δικηγορικού απορρήτου αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας (Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ), καθώς και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ).
Τα τελευταία χρόνια όπου η χρήση ψηφιακών μέσων στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος έχει παγιωθεί, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει εκδώσει σημαντικές αποφάσεις, εστιάζοντας κυρίως στην ψηφιακή εποχή, τις έρευνες σε δικηγορικά γραφεία και την παρακολούθηση επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη.
Παρατίθεται παρακάτω ενδεικτική νομολογία του ΕΔΔΑ σε αντίστοιχες περιπτώσεις:
Κατάσχεση και διατήρηση τεράστιου όγκου ψηφιακών δεδομένων δικηγόρων
Στην Υπόθεση Kirdök και Λοιποί κατά Τουρκίας (ημερομηνία 3/12/2019) οι εθνικές αρχές κατέσχεσαν όλους τους σκληρούς δίσκους και τα ψηφιακά αρχεία ενός δικηγορικού γραφείου στο πλαίσιο έρευνας, χωρίς να γίνει διαχωρισμός μεταξύ των εγγράφων που αφορούσαν την υπόθεση και των απόρρητων αρχείων άλλων πελατών.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8. Τόνισε ότι η μαζική κατάσχεση χωρίς συγκεκριμένα φίλτρα προστασίας του απορρήτου των πελατών που δεν σχετίζονταν με την έρευνα είναι δυσανάλογη.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, από τη στιγμή που οι προσφεύγοντες αιτήθηκαν την επιστροφή των ψηφιακών δεδομένων, επικαλούμενοι το επαγγελματικό απόρρητο των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρων και των εντολέων τους, οι δικαστικές αρχές όφειλαν εκ του νόμου να αξιολογήσουν άμεσα τα κατασχεθέντα δεδομένα και να τους επιστρέψουν όσα εξ αυτών προστατεύονταν από το εν λόγω απόρρητο ή να προβούν στην καταστροφή τους, κατά περίπτωση.
Η απόφαση υπογραμμίζει την ανάγκη για αυστηρές διαδικαστικές εγγυήσεις κατά την έρευνα ηλεκτρονικών δεδομένων σε δικηγόρους διαπιστώνοντας εν προκειμένω ότι δεν τηρήθηκε η παροχή ιδιαιτέρως αυστηρού ελέγχου των μέτρων που αφορούν δεδομένα που προστατεύονται βάσει της αρχής του απορρήτου μεταξύ δικηγόρου και εντολέα.
Πρόσβαση της αστυνομίας σε δεδομένα smartphone επικοινωνίας πελάτη με τους δικηγόρους του
Στην Υπόθεση Saber κατά Νορβηγίας (ημερομηνία 17/12/2020) το κινητό τηλέφωνο του προσφεύγοντος κατασχέθηκε από την αστυνομία στο πλαίσιο ποινικής έρευνας σε βάρος δύο προσώπων περί συνωμοσίας για τη δολοφονία του. Η αστυνομία δημιούργησε ακριβές αντίγραφο («κατοπτρική απεικόνιση») της συσκευής, με σκοπό να προβεί σε έλεγχο του περιεχόμενου της.
Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι το τηλέφωνό του περιείχε αλληλογραφία με δύο συνηγόρους υπεράσπισής του σε άλλη υπόθεση, στην οποία είχε εμπλακεί ως ύποπτος (διαδικασία η οποία έληξε με την απαλλαγή των κατηγοριών σε βάρος του). Υποστήριξε ότι η διαδικασία έρευνας και κατάσχεσης δεδομένων της συσκευής του, η οποία καθιστούσε δυνατή την πρόσβαση στην αλληλογραφία του με τους δικηγόρους του, παραβίασε τα δικαιώματά του.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης και παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε βάση επί της οποίας θα μπορούσε να αποφανθεί αν πράγματι είχε θιγεί το επαγγελματικό απόρρητο του νομικού επαγγέλματος, εντούτοις το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η έλλειψη προβλεψιμότητας εν προκειμένω, λόγω της ασάφειας του νομοθετικού πλαισίου και της έλλειψης διαδικαστικών εγγυήσεων που να σχετίζονται ειδικώς με την προστασία του απορρήτου του δικηγορικού επαγγέλματος, υπολειπόταν ήδη των απαιτήσεων που απορρέουν από το κριτήριο ότι η παρέμβαση πρέπει να είναι «σύμφωνη με τον νόμο».
Κατάσχεση laptop και smartphone δικηγόρου
Στην Υπόθεση Särgava κατά Εσθονίας (ημερ. 16 /11/2021) ο προσφεύγων, δικηγόρος, ήταν ύποπτος συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση. Οι αρχές διέταξαν τη διεξαγωγή έρευνας στην δικηγορική εταιρεία, το σπίτι και το αυτοκίνητό του. Στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που ασκήθηκε σε βάρος του, ο δικηγόρος αμφισβήτησε τη νομιμότητα της κατάσχεσης του φορητού υπολογιστή και του κινητού τηλεφώνου του κατά τη διεξαγωγή των ερευνών επικαλούμενος ειδικότερα, ότι οι πληροφορίες που περιέχονταν στον υπολογιστή και το τηλέφωνό του προστατεύονταν από την αρχή του απορρήτου μεταξύ δικηγόρου και πελάτη και ότι ως εκ τούτου, η κατάσχεση ήταν παράνομη.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης. Επισήμανε ειδικότερα, ότι δεν υπήρχε καμία βάση επί της οποίας θα μπορούσε να αποφανθεί εάν το απόρρητο επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα είχε πράγματι θιγεί στην προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο, η έλλειψη διαδικαστικών εγγυήσεων που αφορούν ειδικά την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που απορρέουν από το κριτήριο ότι η παρέμβαση πρέπει να είναι «σύμφωνη με το νόμο».
Βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν την έρευνα
Από την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει το πλαίσιο εντός του οποίου οφείλουν να ενεργούν οι εθνικές αρχές σε υποθέσεις που αφορούν σχέση και επικοινωνία δικηγόρου-πελάτη.
-Η διαλογή των δεδομένων που καλύπτονται από το απόρρητο πρέπει να γίνεται από δικαστικό λειτουργό ή ανεξάρτητο όργανο, όχι από τις διωκτικές αρχές.
-Σε κάθε έρευνα δικηγορικού γραφείου, η παρουσία εκπροσώπου του Δικηγορικού Συλλόγου θεωρείται πλέον απαραίτητη εγγύηση.
-Η κατάσχεση ολόκληρων σκληρών δίσκων του δικηγόρου χωρίς φιλτράρισμα και επιλογή συγκεκριμένων δεδομένων θεωρείται κατάχρηση, καθώς εκθέτει ευαίσθητα δεδομένα εκατοντάδων άλλων πελατών.
-Αν κατά λάθος υποκλαπεί επικοινωνία δικηγόρου-πελάτη, το κράτος έχει την υποχρέωση να την καταστρέψει άμεσα.
Στην ψηφιακή εποχή απαιτείται εξειδικευμένη ερμηνεία του πλαισίου δραστηριότητας των εκάστοτε ελεγκτικών αρχών, η οποία σε ένα βαθμό παρέχεται από την πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Ωστόσο απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση και συνεχής εγρήγορση –και από τα αντιπροσωπευτικά όργανα των δικηγόρων- ώστε να ικανοποιείται στο μέγιστο δυνατό βαθμό η επιταγή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για ενισχυμένη προστασία στις επικοινωνίες μεταξύ των δικηγόρων και των εντολέων τους.
* Ο Γιώργος Καζολέας είναι Δικηγόρος σε Legal Experts Cyprus (giorgos.kazoleas@gmail.com)

Σχόλια