Ζητούσε τα χρήματα του πίσω από το δικηγόρο του και αποζημίωση για ηθική βλάβη από το Γενικό Εισαγγελέα. Απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτησή του

Προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου κατέθεσε ιδιώτης ζητώντας την επιστροφή χρημάτων από το δικηγόρο του αλλά και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που, όπως ισχυρίστηκε, υπέστη εξαιτίας των Δικαστικών Αρχών και συγκεκριμένα του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων και του Γενικού Εισαγγελέα.
Ο προσφεύγων είχε υποβάλει το 2013 παράπονο κατά του δικηγόρου του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων. Το πειθαρχικό συμβούλιο, ζήτησε από τον συγκεκριμένο δικηγόρο να καταθέσει τις θέσεις του επί του παραπόνου όπως και έγινε και το ζήτημα εξετάστηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο απεφάνθη ότι από τα ενώπιόν του στοιχεία δεν δικαιολογείται η διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας. Ο προσφεύγων απέστειλε νέες επιστολές και το πειθαρχικό συμβούλιο δέχτηκε το αίτημά του να κληθούν τόσο ο ίδιος όσο και ο δικηγόρος σε συνεδρία χωρίς να τροποποιήσει την ειλημμένη του απόφαση για μη διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας εναντίον του δικηγόρου, και αποφάσισε ότι θέματα που αφορούν το τιμολόγιο που εκδόθηκε από τον δικηγόρο δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του πειθαρχικού συμβουλίου.
Τελικά ο προσφεύγων απευθύνθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο ζητώντας
- εκδίκαση σχετικά με το κατηγορητήριο εναντίον του πειθαρχικού συμβουλίου και του Γενικού Εισαγγελέα,
- επιστροφή χρημάτων από το συγκεκριμένο δικηγόρο,
- χρηματική αποζημίωση, και
- τιμωρία για παραβάσεις του Ποινικού Κώδικα.
Όπως αναφέρει στην απόφαση του (24/3/2017), το Δικαστήριο «ασκεί αρμοδιότητα και δικαιοδοσία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος, να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί κάθε προσφυγής που στρέφεται κατά απόφασης, πράξης ή παράλειψης οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία.
Όπως έχει επανειλημμένα αποφασιστεί από τη νομολογία, οι αποφάσεις του πειθαρχικού συμβουλίου των δικηγόρων δεν θεωρούνται διοικητικές πράξεις και συνεπώς δεν προσβάλλονται δυνάμει του Άρθρου 146 (Kourris v. The Supreme Council of Judicature (1972) 3 C.L.R. 390, Αιμιλιανίδης ν. Συμβουλίου Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου (1992) 3 Α.Α.Δ. 174)».
Ενόψει των παραπάνω το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και  επιδίκασε έξοδα €700 εναντίον του προσφεύγοντος. (περίληψη απόφασης: cylegalnews.com / δημοσίευση απόφασης: cylaw.com)   

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Είστε πολύ λάθος πληροφορημένος σχετικά με την υπόθεση κ. Καζολέα. Υπήρξε λάθος στο αιτητικό της Προσφυγής εξ αρχής και διορθώθηκε κατά τις δικαστικές προδικασίες και την γραπτή αγόρευση του αιτητή. Αλλά έτσι είναι τα δικαστήρια στην Κύπρο. Δεν υπήρξαν ποτέ αμερόληπτα και δεν εξετάζουν τα θέματα και τα ζητήματα εμπεριστατωμένα, όπως θα έπρεπε, όταν αυτά στρέφονται εναντίων της δημόσιας εξουσίας.

Είναι όλο το άρθρο λάθος, γιατί ο αιτητής δεν προσβάλει την απόφαση του Συμβουλίου αλλά ούτε και ζητάει αυτά που λέγονται. Το μόνο που ζητάει είναι ένα αρχείο με αποδείξεις και μαρτυρικό υλικό που έχει η Νομική Υπηρεσία στον φάκελο του Συμβουλίου και ο αιτητής, πολύ απλά, δεν έχει λάβει γνώση σχετικά με το αρχείο.

Σύμφωνα με την νομολογία την οποία επικαλείται το δικαστήριο στην απόφασή του, διακρίνω τα νομικά σημεία της νομολογίας και αντιλαμβάνομαι πως ο αιτητής έχει ασκήσει το καλύτερο ένδικο μέσο, δηλαδή αυτό της Προσφυγής, δύναμη του Συντάγματος κατά το άρθρο 146. Υπάρχει πράξη και παράληψη από την Νομική Υπηρεσία και τον Γενικό Εισαγγελέα κατά την υπέρβαση της εξουσίας τους, εμπίπτουν στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου, λόγω της ποινικής φύσεως που φέρει η υπόθεση που βρέθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον και ζητάει μια πολύ λογική θεραπεία δύναμη του Συντάγματος, κατά το άρθρο 146, όπως ακριβώς προβλέπουν η παράγραφος 4(β) και (γ).

Ο Γενικός Εισαγγελέας και κατά επέκταση η Νομική Υπηρεσία, παραβιάζουν τις βασικές αρχές των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναφέρονται στο Σύνταγμα, σχετικά με την σωστή προστασία και μεταχείριση του ατόμου ενώπιον της δικαιοσύνης, την προσαγωγή των μέσων αποδείξεως και την εξέταση των μαρτύρων σύμφωνα με τον νόμο.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων είναι δικαστήριο και μέσα από την δικαστική διαδικασία που προέκυψε, δύναμη του Κανονισμού 5 των περί δικηγόρων (Πειθαρχική διαδικασία), το Συμβούλιο έχει μία έκθεση από έρευνα και μαρτυρικό υλικό για τα οποία ο αιτήτης δεν γνωρίζει. Η δικαστική διαδικασία είναι ελλιπής, ο αιτητής δεν έχει λάβει μέρος αλλά ούτε και γνώση σχετικά με την έρευνα, αλλά ούτε και έχει εξετάσει τους μάρτυρες μαζί με το μαρτυρικό υλικό. Ο αιτητής αναφέρεται σε ποινικά αδικήματα που λαμβάνουν μέρος στην Ελλάδα και την Κύπρο και είναι εναντίων δημόσιων αρχών και δημόσιων υπηρεσιών.

Η Προσφυγή στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έχει βάση, ο αιτητής δεν θέλει να εφεσιβάλει την απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, αλλά θέλει να προσβάλει την πράξη και την παράληψη του Γενικού Εισαγγελέα και της Νομικής Υπηρεσίας. Η Νομική Υπηρεσία, κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, είναι αναμφισβήτητα μία ανεξάρτητη αρχή που ασκεί εκτελεστική και διοικητική λειτουργία. Σκοπός της Αρχής είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, η επιβολή και ο σεβασμός των Νόμων και των Κανονισμών που εμπίπτουν στο δημόσιο δίκαιο.

Ο αιτητής έχει προσφύγει στο Εφετείο του Διοικητικού Δικαστηρίου (Ε.Δ.Δ.30/2017) και η υπόθεση επιδικάζεται. Ζητείται το αρχείο που έχει η Νομική Υπηρεσία, με το οποίο ο εφεσείων μπορεί να αποδείξει ποινικά αδικήματα για τα οποία ο Ποινικός Κώδικας επιβάλει την τιμωρία της κάθειρξης. Υπήρξε και υπάρχει νομική πλάνη μέσα από την διαστρέβλωση των δικαστικών διαδικασιών. Η Νομική Υπηρεσία δεν σέβεται τους νόμους και τους κανονισμούς της δικαιοσύνης, το έχει αποδείξει στο Κακουργιοδικείο της Λευκωσίας και το γνωρίζει όλος ο Cosmos.