Παύει να ισχύει το επιχειρηματικό απόρρητο μετά από 5 χρόνια (ΔΕΕ)


Σημαντική απόφαση (στην υπόθεση C-15/16 Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister) σε σχέση με το επιχειρηματικό απόρρητο εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 2018 το Δικαστήριο της ΕΕ.
Σύμφωνα με την απόφαση, όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε φάκελο εποπτείας χρηματοπιστωτικής εποπτικής αρχής δεν είναι οπωσδήποτε εμπιστευτικές, ενώ οι πληροφορίες που ενδεχομένως αποτέλεσαν επιχειρηματικό απόρρητο χάνουν, γενικώς, τον απόρρητο χαρακτήρα τους όταν χρονολογούνται από πέντε και πλέον ετών.
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο Ewald Baumeister συγκαταλέγεται στους επενδυτές που ζημιώθηκαν από τις δραστηριότητες της γερμανικής εταιρίας Phoenix Kapitaldienst της οποίας η επιχειρηματική στρατηγική στηριζόταν σε απατηλό σύστημα πυραμίδας. Μετά την κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά της Phoenix, κατά τη διάρκεια του 2005, η εταιρία αυτή λύθηκε και βρίσκεται έκτοτε υπό δικαστική εκκαθάριση.
Ο E. Baumeister ζήτησε από την Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht (ομοσπονδιακή αρχή εποπτείας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών) να του επιτραπεί η πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα αφορώντα τη Phoenix, όπως η ειδική έκθεση ελέγχου, εκθέσεις των οικονομικών ελεγκτών, εσωτερικά έγγραφα, εκθέσεις και αλληλογραφία, που είχε λάβει ή συντάξει η αρχή αυτή στο πλαίσιο της δραστηριότητας εποπτείας της Phoenix.
Δεδομένου ότι η Bundesanstalt αρνήθηκε να του επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά, ο E. Baumeister προσέφυγε ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων. Στο πλαίσιο αυτό, το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει το περιεχόμενο της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων[1] , κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο και δεν δικαιούνται, εκτός των περιοριστικώς απαριθμούμενων στην οδηγία περιπτώσεων, να δημοσιοποιούν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που έχουν λάβει.
Με την απόφασή του, το Δικαστήριο κρίνει, κατ’ αρχάς, ότι όλες οι πληροφορίες που αφορούν την εποπτευόμενη επιχείρηση τις οποίες αυτή έχει διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή, καθώς και όλες οι εκτιμήσεις της εν λόγω αρχής που περιέχονται στον σχετικό με την εποπτεία φάκελό της (συμπεριλαμβανομένης της αλληλογραφίας της με άλλους φορείς), δεν συνιστούν, άνευ περαιτέρω προϋποθέσεων, εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες καλύπτονται από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου .
Εμπίπτουν στον χαρακτηρισμό αυτόν οι πληροφορίες οι οποίες, πρώτον, δεν έχουν δημόσιο χαρακτήρα και των οποίων, δεύτερον, η δημοσιοποίηση μπορεί πιθανώς να βλάψει τα συμφέροντα του προσώπου που τις προσκόμισε ή τρίτου, ή ακόμα την ομαλή λειτουργία του συστήματος ελέγχου της δραστηριότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων που θέσπισε η οδηγία.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι πληροφορίες οι οποίες ενδεχομένως αποτέλεσαν επιχειρηματικό απόρρητο χάνουν, γενικώς, τον απόρρητο χαρακτήρα τους όταν χρονολογούνται από πέντε και πλέον ετών. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί να ισχύει άλλως όταν ο διάδικος που επικαλείται τον απόρρητο χαρακτήρα αποδείξει ότι, παρά την παλαιότητά τους, οι πληροφορίες αυτές εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής θέσεώς του ή της εμπορικής θέσεως ενδιαφερομένων τρίτων.
Πάντως, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτά δεν ισχύουν όσον αφορά τις πληροφορίες των οποίων η εμπιστευτικότητα μπορεί να δικαιολογείται από άλλους λόγους εκτός από τη σημασία τους για την εμπορική θέση των οικείων επιχειρήσεων όπως οι πληροφορίες σχετικά με τις μεθόδους και τις στρατηγικές εποπτείας των αρμοδίων αρχών.
Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η γενική απαγόρευση δημοσιοποιήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών που προβλέπει η οδηγία αφορά τις ευρισκόμενες στην κατοχή των αρμοδίων αρχών πληροφορίες οι οποίες πρέπει να χαρακτηρισθούν εμπιστευτικές κατά την εξέταση της αιτήσεως δημοσιοποιήσεως, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των πληροφοριών αυτών κατά τον χρόνο της διαβιβάσεώς τους στις αρμόδιες αρχές.
Τέλος, το Δικαστήριο υπογραμμίζει περαιτέρω ότι τα κράτη μέλη διατηρούν την ελευθερία να παρεκτείνουν την προστασία από τη δημοσιοποίηση στο σύνολο του περιεχομένου των φακέλων εποπτείας των αρμοδίων αρχών ή, αντιστρόφως, να επιτρέπουν την πρόσβαση σε ευρισκόμενες στην κατοχή των αρμοδίων αρχών πληροφορίες που δεν είναι εμπιστευτικές πληροφορίες κατά την έννοια της οδηγίας.
Πράγματι, η οδηγία επιβάλλει απλώς και μόνον στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να αρνούνται, κατ’ αρχήν, τη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών. Εν προκειμένω, στο Bundesverwaltungsgericht εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι ευρισκόμενες στην κατοχή της Bundesanstalt πληροφορίες των οποίων ζήτησε τη δημοσιοποίηση ο E. Baumeister εμπίπτουν στην υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου την οποία η εν λόγω αρχή υπέχει δυνάμει της οδηγίας. (curia.europa.eu)

[1] Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 145, σ. 1).

Σχόλια