Υπόθεση βιασμού: Το στοιχείο της ενδυμασίας του φερόμενου ως θύματος με αφορμή τη δικαστική απόφαση που προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις στην Ιρλανδία


Γράφει η Κατερίνα Σοφοκλέους, Δικηγόρος
Αφορμή για την συγγραφή του παρόντος ήταν ένα δημοσίευμα που περιέπεσε στην αντίληψη μου, πριν από λίγες μέρες, σε σελίδα στο Facebook, το οποίο αφορούσε στην αντίδραση σε αθώωση από Ιρλανδικό Ποινικό Δικαστήριο, ενός 27χρονου, ο οποίος κατηγορείτο για βιασμό.
Ήταν μια συνηθισμένη υπόθεση σεξουαλικής επαφής αλλά η πορεία της ήταν απρόβλεπτη. Ένα από τα επίδικα θέματα, όπως συνήθως συμβαίνει σε υποθέσεις βιασμού, ήταν το κατά πόσο η παραπονούμενη προέβη σε σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο με την συναίνεση της. Στο σημείο αυτό θα ήταν καλό να σημειωθεί ότι για την απόδειξη του βιασμού είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο, όπως ο Κατηγορούμενος προέβη σε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη, χωρίς την συναίνεση της. Αν ο κατηγορούμενος, μέσω της Υπεράσπισης του, δημιουργήσει αμφιβολία ως προς την απουσία της συναίνεσης, τότε θα πρέπει να αθωωθεί.
Αυτό ακριβώς προσπάθησε να κάνει και η Συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου στην υπόθεση, που προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις. Η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε 27χρονο κατηγορούμενο για βιασμό 17χρονης κοπέλας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υπόθεση κρίθηκε από ενόρκους, πράγμα το οποίο έχει μεγάλη σημασία για την τελική απόφαση. Βάσει του δημοσιεύματος*[1], ενώπιον των ενόρκων είχε παρατεθεί μαρτυρία για τις συνθήκες της σεξουαλικής πράξης. Συγκεκριμένα, ενώ η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι αμέσως μετά την σεξουαλική επαφή δήλωσε στον Κατηγορούμενο ότι αυτός την βίασε, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δήλωσε ότι απλά έκαναν σεξ. Επίσης, Κατηγορούμενος στα πλαίσια της αντεξέτασης του δήλωσε ότι φιλιόταν με την κοπέλα όλο το βράδυ και ένιωθε ότι υπήρχε έλξη μεταξύ τους. Παρά την θέση του Συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι κανένας δεν τους είδε να φιλιούνται, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ακριβώς το αντίθετο. Επίσης, ο Κατηγορούμενος περιέγραψε  την σεξουαλική επαφή και ήταν η θέση του ότι δεν την ακούμπησε στον λαιμό και ούτε έκλαιγε σε οποιαδήποτε στάδιο. Εν πάση περιπτώσει, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη βίας. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η Παραπονούμενη ήταν χαρούμενη καθ’ όλη την διάρκεια και όταν του είπε να σταματήσει την σεξουαλική επαφή αυτός σταμάτησε. Το θέμα που προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις ήταν η δήλωση που προέβη η Συνήγορος Υπεράσπισης προς στους ενόρκους,  έτσι ώστε να κρίνουν την ενοχή ή την αθωότητά του κατηγορούμενου. Να σημειωθεί ότι, όταν υπόθεση κρίνεται από ενόρκους, οι αντίδικοι προβαίνουν σε μια τελική δήλωση συνοψίζοντας την θέση τους. Στην υπό κρίση υπόθεση, η πλευρά του Κατηγορουμένου δήλωσε ότι οι ένορκοι θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους το εσώρουχο που φορούσε η Παραπονούμενη εκείνο το βράδυ. Πιο κάτω παρατίθενται, αυτούσια,τα λόγια της συνηγόρου υπεράσπισης:
“Does the evidence out-rule the possibility that she was attracted to the defendant and was open to meeting someone and being with someone? You have to look at the way she was dressed. She was wearing a thong with a lace front.”
Δηλαδή, ισχυρίστηκε ότι η Παραπονούμενη εκείνο το βράδυ ήταν ντυμένη με τρόπο που άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο να έρθει σε σεξουαλική επαφή με κάποιο πρόσωπο, το οποίο, τελικά, ήταν ο κατηγορούμενος.
Οι ένορκοι αποφάσισαν την αθώωση του Κατηγορούμενου, που όπως φαίνεται,πείστηκαν ότι η κοπέλα συναίνεσε ως προς την σεξουαλική επαφή καθώς, βάσει της σύνοψης της θέσης του Δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν το μόνο θέμα διαφωνίας.
Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι είναι αυτό που έπεισε τους ενόρκους στην αθώωση. Οι ένορκοι ανακοινώνουν την ετυμηγορία τους με ενοχή ή αθώωση ( guiltyornotguilty) χωρίς να αιτιολογούν. Απλώς, λαμβάνουν υπόψη το μαρτυρικό υλικό και καταλήγουν στο συμπέρασμα τους βάσει καθοδήγησης που αντλούν από το Δικαστήριο και βασιζόμενοι, μόνο, στο μαρτυρικό υλικό που είναι ενώπιον τους[2].
Η δήλωση της συνηγόρου υπεράσπισης ήταν αυτή που προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις γιατί δεν μπορεί ένα εσώρουχο ή/και η ενδυμασία της παραπονούμενης να ενισχύει την υπεράσπιση κάποιου που κατηγορείται για βιασμό ως προς την συναίνεση προς την σεξουαλική επαφή.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στην Κύπρο υπάρχει η έννοια της «πρόκλησης»του Κατηγορούμενου στην διάπραξη αδικημάτων. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος προκλήθηκε να διαπράξει το αδίκημα δεν αποτελεί υπεράσπιση του Κατηγορούμενου αλλά λόγο μετριασμού της ποινής. Δηλαδή, δεν τον απαλλάσσει από την ποινική ευθύνη αλλά του δίνει το δικαίωμα να ζητήσει μειωμένη ποινή από αυτή που θα του επιβαλλόταν. Παρά το ότι δεν έχει ανευρεθεί οποιαδήποτε απόφαση που να αφορά τον βιασμό, ως προς το συγκεκριμένο θέμα, χαρακτηριστική απόφαση είναι  η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17 στην οποία υιοθετείται η αγγλική προσέγγιση. Συγκεκριμένα αναφέρει:
«Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή στο κοινό δίκαιο, περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίστηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy [1949] 1 All E.R. 932. Έχει ως εξής:
"Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, a sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind."»
Εν πάση περιπτώσει, στην αναλυόμενη Ιρλανδική απόφαση φαίνεται ότι η Συνήγορος Υπεράσπισης, με την αναφορά στο είδος του εσωρούχου της παραπονούμενης, είχε σκοπό να πείσει τους ενόρκους ότι η Παραπονούμενη συναίνεσε στην σεξουαλική πράξη. Δηλαδή, το εσώρουχο της ήταν τέτοιο που καταδεικνύει ότι εκείνο το βράδυ ήθελε να προβεί σε σεξουαλική επαφή με κάποιο πρόσωπο, που έτυχε να είναι ο Κατηγορούμενος.
Κατά την ταπεινή μου άποψη, αυτή η στάση της Συνηγόρου είναι κατά μία άποψη υπερβολική καθώς δεν σημαίνει ότι όποια κοπέλα φοράει συγκεκριμένη ενδυμασία, συνεπάγεται και ότι συναινεί στην σεξουαλική πράξη. Ωστόσο, η Δικηγόρος προέβη σε κάποιο ισχυρισμό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτός ο ισχυρισμός οδήγησε και τους ενόρκους στην απόφαση αθώωσης.
Η δυσκολία της παρούσας υπόθεσης αλλά και οποιασδήποτε απόφασης που κρίνεται από ενόρκους είναι να διακρίνουμε τους λόγους που οι ένορκοι αποφάσισαν την τελική τους ετυμηγορία.  Γι΄αυτό και θεωρώ ότι η αντίδραση του κόσμου ήταν μεν σημαντική αλλά υπερβολική.
Συγκεκριμένα, μπορεί κάποιος να δει την κινητοποίηση του «Dublin Rape Crisis Centre”[3].  Το κέντρο αυτό μέσω των ανώτερων στελεχών του, με αφορμή της απόφαση αυτή, ζήτησε τροποποίηση του τρόπου διεξαγωγής των δικών βιασμών. Δηλαδή, να γίνει  τροποποίηση στον τρόπο που καθοδηγούνται οι ένορκοι ώστε να μην μπορεί να γίνεται αναφορά σε στερεότυπα όπως στον τρόπο που ντυνόταν το θύμα  γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται:
«“It comes up very, very regularly how someone was dressed, the amount of drink they had taken, why they hadn’t screamed if they were in trouble.
"These kind of mythologies and stereotypes around rape come up again and again in court cases, because the defence to rape is that the sex was consensual. So anything the defendant can do to suggest there was consent will be used”»
H αντίδραση έχει εξαπλωθεί μέσω των κινητοποιήσεων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης σε υπερβολικό βαθμό. Μπορώ να υποστηρίξω ότι η αναφορά της Συνηγόρου Υπεράσπισης στο τελικό στάδιο της διαδικασίας για να τονίσει στους ενόρκους ότι η Παραπονούμενη είχε συναινέσει, δεν ήταν η πρέπουσα αλλά κανένας δεν μπορεί να της στερήσει το δικαίωμα, ως συνήγορος, να κάνει κάποιους ισχυρισμούς. Βάσει του δημοσιεύματος[4], το Δικαστήριο στην καθοδήγηση φαίνεται ότι δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στο εσώρουχο της Παραπονούμενης αλλά μόνο στο θέμα της συναίνεσης, ως το επίδικο θέμα. Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι ήταν αυτό που τελικά έπεισε τους ενόρκους ως προς την μη καταδίκη του Κατηγορούμενου και γι’ αυτό δεν δικαιολογεί την υπερβολική αντίδραση των φορέων. Η τροποποίηση της οποιασδήποτε νομοθεσίας, που να στερεί το δικαίωμα οποιουδήποτε δικηγόρου να αναφέρεται στην ενδυμασία της Παραπονούμενης σε υποθέσεις βιασμών δεν είμαι σίγουρη αν θα είναι πρέπον και αποδοτικό μέτρο. Διαφορετική, ασφαλώς, θα ήταν η άποψη μου αν η καθοδήγηση που προέβη η Συνήγορος, γινόταν από το Δικαστήριο. Εκεί θα ήταν θέμα που θα έχρηζε ιδιαίτερης αναφοράς και αντίδρασης.
Καταληκτικά, η αναφορά στην ενδυμασία του, φερόμενου, θύματος βιασμού μπορεί να έχει κάποια σημασία για την όλη υπόθεση, αλλά κατά την άποψη μου, δεν είναι αυτό που μπορεί να καταδείξει αν το θύμα συναίνεσε ή όχι στην σεξουαλική επαφή. Αν ο Κατηγορούμενος προκλήθηκε από την Παραπονούμενη δεν δικαιολογεί την σεξουαλική επαφή με την άσκηση βίας. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα της πρόκλησης στην Κύπρο, όπως έχει αναφερθεί, είναι ζήτημα μετριασμού αλλά κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι μπορεί να ισχυριστεί κάποιος δικηγόρος για να πείσει το Δικαστήριο για την αθωότητα του πελάτη του.
Σημείωση: Δεν έγινε κατορθωτό να ανευρεθεί η απόφαση του Δικαστηρίου αυτούσια και γι’ αυτό γίνεται αναφορά σε δημοσίευμα

Σχόλια