Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο


Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς που περιέχει βασικές κατευθυντήριες αρχές δικαστικής συμπεριφοράς εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή, «ο Οδηγός δεν αποτελεί κώδικα, ούτε περιέχει κανόνες εκτός όπου ρητώς αναφέρεται. Αντ΄αυτού, περιέχει ένα αριθμό βασικών αρχών προς υποβοήθηση των δικαστών για να καταλήξουν στις δικές τους αποφάσεις. Σε περιπτώσεις δυσκολιών ή αβεβαιότητας, εντούτοις, οι δικαστές πρέπει να αναζητούν τη συμβουλή του Προέδρου του Δικαστηρίου στο οποίο υπηρετούν». Σε σχετική ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.1.2019 αναφέρονται τα εξής:
"Τηρουμένης της συνταγματικής πρόνοιας ότι κάθε δικαστής οφείλει να επιδεικνύει κατά πάντα χρόνο συμπεριφορά που αρμόζει στο λειτούργημά του όπως αυτή έχει επεξηγηθεί μέσα από σημαντικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην τελευταία του συνεδρία ημερομηνίας 28.1.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στην υιοθέτηση Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς όπως ήταν η ειλημμένη απόφασή του από 18.9.2018 και 15.11.2018.
Ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς συντάχθηκε κατά τα πρότυπα των Αρχών Bangalore (Bangalore Principles of Judicial Conduct) οι οποίες υιοθετήθηκαν από τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης και έχουν κατοχυρωθεί στην 59η συνεδρία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αποτελώντας αρχές οικουμενικής εμβέλειας. Έχει δε ακολουθηθεί και το πνεύμα του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς που ισχύει στην Αγγλία (Guide to Judicial Conduct).
Οι Αρχές Bangalore και συνεπακόλουθα ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς εμπεριέχουν πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία αποτελούν μέρος της μακράς δικαστικής παράδοσης και έχουν αναγνωριστεί από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η συστηματοποίηση των Αρχών αναμφίβολα θα υποβοηθήσει και θα καθοδηγήσει τους δικαστές στις αποφάσεις τους σε σχέση με τις δραστηριότητες ή τη συμπεριφορά τους, για τις οποίες διατηρούν την ευθύνη.
Παράλληλα, αποφασίστηκε η τροποποίηση της Δικαστικής Πρακτικής που ρυθμίζει τις εμφανίσεις δικηγόρων οι οποίοι διατηρούν συγγενικές σχέσεις με δικαστή ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο ο δικαστής μετέχει. Για το ζήτημα αυτό είχε εκδοθεί περιοριστική Δικαστική Πρακτική ήδη πριν από 30 και πλέον χρόνια, από το 1988, η οποία τροποποιήθηκε κατά καιρούς.
Γνώμονας ήταν πάντοτε, η ανάγκη για επίδειξη της απαιτούμενης αντικειμενικής αμεροληψίας, αλλά, από την άλλη, λαμβάνονταν υπόψιν οι σοβαρές πρακτικές δυσκολίες που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια απόλυτη ρύθμιση, λόγω των συχνών εξαιρέσεων των δικαστών. Οι δυσκολίες αυτές έχουν αναγνωριστεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Nicholas v. Cyprus, Application no. 63246/10, 9 January 2018.
Εξισορροπώντας τους παραπάνω παράγοντες και προκειμένου να διασφαλιστεί κατά τρόπο απόλυτο η αντικειμενική αμεροληψία των δικαστών, ως απαραίτητη προϋπόθεση της δικαστικής λειτουργίας, κρίθηκε στο παρόν στάδιο ότι οι ανησυχίες για τις πρακτικές δυσκολίες, ανεξαρτήτως μεγέθους, θα πρέπει να υποχωρήσουν μπροστά στην ανάγκη για υιοθέτηση ενός απόλυτου αποκλεισμού, προσέγγιση η οποία είναι αυστηρότερη από όσα διαλαμβάνονται στην παραπάνω υπόθεση Nicholas και από ό,τι προέβλεπε η μέχρι σήμερα Δικαστική Πρακτική".

Σχόλια