Ακύρωση εντάλματος έρευνας- Παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας- Έρευνα σε ιδιωτική κατοικία που λειτουργούσε παράνομα ιδιωτικό φροντιστήριο


Ακύρωσε το ένταλμα έρευνας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού το Ανώτατο Δικαστήριο (απόφαση της 24ης Απριλίου 2019) λόγω έκδοσής του κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (πολ.αίτηση 75/2018). Η έρευνα διατάχθηκε σε ιδιωτική κατοικία στην οποία η αιτήτρια παρέδιδε μαθήματα αγγλικών σε μαθητές, λειτουργώντας παράνομα ιδιωτικό φροντιστήριο.
Ο Σύνδεσμος Ιδιωτικών Φροντιστηρίων προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία και κατά τη διερεύνησή έγινε παρακολούθηση του υποστατικού από αστυνομικούς. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, έγινε παρατήρηση της κίνησης προς και από αυτό, καθώς, επίσης, του χώρου έξω από αυτό· δεν υπήρχε κάποια πινακίδα, στην οποία να αναφερόταν η εργασία που διεξαγόταν εντός του υποστατικού.  Τα όσα προέκυψαν από την πιο πάνω παρακολούθηση τέθηκαν, ακολούθως, ενόρκως, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και, στη βάση τους, εκδόθηκε, ένταλμα έρευνας του υποστατικού,και δυνάμει αυτού, διενεργήθηκε, έρευνα εντός της κατοικίας. 
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η είσοδος των αστυνομικών στο υποστατικό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση διακοπή του μαθήματος των Αγγλικών, το οποίο η αιτήτρια, κατ' εκείνην τη στιγμή, παρέδιδε σε εννέα μαθητές των προαναφερθεισών ηλικιών.  Οι αστυνομικοί φωτογράφησαν τους χώρους του υποστατικού και, με βάση ρητή εξουσιοδότηση που υπήρχε στο ένταλμα έρευνας, κατάσχεσαν όλο τον εξοπλισμό που υπήρχε σε αυτό, όπως τα θρανία, τις καρέκλες, τον πίνακα, τα ηλεκτρικά  και τα ηλεκτρονικά μέσα διδασκαλίας. Κατάσχεσαν, επίσης, τα βιβλία και τα τετράδια των μαθητών.  Τερματισθέντος δε του μαθήματος, κλήθηκαν οι γονείς τους και τους παρέλαβαν.  Στην πιο πάνω επιχείρηση, έλαβαν μέρος δώδεκα αστυνομικοί, η ιδιότητα των οποίων ήταν, καθόλα, εμφανής.  ΄Οσο για τον αριθμό τους, αυτός, σίγουρα, είναι λογικός, αφού απαιτήθηκε η μεταφορά και η φόρτωση σε αστυνομικά οχήματα του κατασχεθέντος εξοπλισμού. 
Η αιτήτρια, βασιζόμενη στη συμβουλή του συνηγόρου της, θεώρησε ότι η έκδοση και η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας έγιναν κατά παράβαση των ΄Αρθρων 15 και 16 του Συντάγματος και του αντίστοιχου αυτών ΄Αρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. (η «Σύμβαση»).  Ως εκ τούτου, αιτήθηκε την παραχώρηση άδειας για προώθηση διαδικασίας έκδοσης εντάλματος certiorari, προς το σκοπό ακύρωσής του.  Δόθηκε η άδεια, στη βάση, ειδικά, ότι αυτό είχε, εκ πρώτης όψεως, εκδοθεί κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και επί του λόγου τούτου στηρίζεται, τώρα, η υπό εξέταση διά κλήσεως αίτηση.  Στο πλαίσιο αυτής, είναι, συγκεκριμένα, η θέση, εκ μέρους της αιτήτριας, ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν ήταν αναγκαία η έκδοση του εντάλματος έρευνας.  Η πλευρά του καθ' ου η αίτηση έχει αντίθετη άποψη.  Τα γεγονότα επί των οποίων οι δύο πλευρές ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους αποτελούν κοινό τόπο.
Η αρχή της αναλογικότητας έχει καθιερωθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (Ε.Δ.Α.Δ.), στο πλαίσιο εξέτασης, κυρίως, ατομικών προσφυγών για παραβίαση συγκεκριμένων προνοιών της Σύμβασης.  Κατά παρόμοιο τρόπο, εφαρμόζεται και στο ημεδαπό δίκαιο, όταν τίθεται θέμα παραβίασης θεμελιώδους δικαιώματος, το οποίο προβλέπεται από το Σύνταγμα ή και από τη Σύμβαση, (βλ. Πέτρος Ευδόκας, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 51/2017, 14.11.2018).  ΄Ο,τι, συγκεκριμένα, εξετάζεται, στη βάση, βέβαια, πάντοτε, των περιστάσεων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση, προς το σκοπό διαπίστωσης ύπαρξης εφαρμογής της εν λόγω αρχής, είναι κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομιμότητας, της καταλληλότητας και της αναγκαιότητας έκδοσης του υπό κρίση δικαστικού επεμβατικού μέτρου.  Σχετικέςείναι οι αποφάσεις του Ε.Δ.Α.ΔIliya Stefanov v. Bulgaria, Application no. 65755/01, 22.5.2008 και Rozhkov v. Russia (No. 2), Application no. 38898/04, 29.5.2017.      
Στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται να εξεταστεί η νομιμότητα έκδοσης του εντάλματος έρευνας, υπό το φως του ισχυρισμού, ανωτέρω, ότι αυτό εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.  Η εξέταση του κατά πόσο έχει παραβιαστεί η εν λόγω αρχή ζητήθηκε να διενεργηθεί με αναφορά, ιδιαίτερα, στη θέση μη ύπαρξης αναγκαιότητας έκδοσής του.  Η αναγκαιότητα αυτή, στοιχείο της αρχής της αναλογικότητας, προβλέπεται, ειδικά, στο άρθρο 28(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.  Σύμφωνα με τη σχετική πρόνοια, ένα ένταλμα έρευνας πρέπει να φέρει, μεταξύ άλλων, «... βεβαίωση του δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης εκδόσεως του ...».
Προς τον πιο πάνω σκοπό, επιβάλλεται η εξέταση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, με αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου, που δημιουργεί το φερόμενο, σχετικά, αδίκημα, για τη διερεύνηση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας.  Οι απαιτήσεις που θέτει ο Νόμος, τις οποίες ένα ιδιωτικό φροντιστήριο πρέπει να ικανοποιεί, προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση πιστοποιητικού ίδρυσής του, προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 6 αυτού.  Δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει ειδική αναφορά σε τούτες, αφού ούτε στην ένορκη δήλωση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας, γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε παράλειψη της αιτήτριας, σχετικά.  Αναφέρεται μόνο σε αυτή ότι δεν υπήρχε πινακίδα με την ονομασία του ιδιωτικού φροντιστηρίου αναρτημένη έξω από το υποστατικό και ότι δεν είχε, μέχρι τότε, εκδοθεί πιστοποιητικό ίδρυσής του από τον αρμόδιο Υπουργό.
Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Νόμου, οποιαδήποτε παράβασή του, περιλαμβανομένης της πρόνοιάς του που επιβάλλει, για τη λειτουργία ιδιωτικού φροντιστηρίου, την έκδοση πιστοποιητικού ίδρυσής του, αποτελεί ποινικό αδίκημα.  Πρόσωπο δε του οποίου διαπιστώνεται η ενοχή γι' αυτό «... υπόκειται εις πρόστιμον μη υπερβαίνον τις δύο χιλιάδες ευρώ ...».  Η αιτήτρια, λοιπόν, σε περίπτωση που διωχθεί ποινικώς, αν κριθεί ένοχη για το αδίκημα της λειτουργίας του φροντιστηρίου χωρίς πιστοποιητικό ίδρυσης, θα υπόκειται, κατά το μέγιστο, στην πιο πάνω χρηματική ποινή. 
Ο σκοπός ενός εντάλματος έρευνας είναι, βασικά, η συλλογή ικανοποιητικής μαρτυρίας, για τη διαπίστωση της διάπραξης του υπό διερεύνηση αδικήματος, εν προκειμένω, του προαναφερθέντος.  Το ερώτημα, επομένως, που τίθεται είναι κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η έκδοση του εντάλματος έρευνας και, στη συνέχεια, η εκτέλεσή του, όπως έχει πιο πάνω περιγραφεί, συνιστούν παράβαση των ΄Αρθρων 15 και 16 του Συντάγματος και του ΄Αρθρου 8 της Σύμβασης, λόγω μη τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.
΄Οπως, συγκεκριμένα, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, επί της οποίας στηρίχθηκε η έκδοση του εντάλματος έρευνας, από τις 30.3.2018 μέχρι τις 9.5.2018, μέλη της Αστυνομίας προέβησαν, σε διάφορες ημερομηνίες και ώρες, στη διακριτική παρακολούθηση του υποστατικού.  Διαπιστώθηκε, σε κάθε περίπτωση, ότι μεταφέρονταν στο χώρο, με ιδιωτικά αυτοκίνητα, αριθμός μαθητών και μαθητριών, που εισέρχονταν στο υποστατικό και, αφού παρέμεναν εκεί για κάποιο χρόνο, ακολούθως, εξέρχονταν από αυτό και έφευγαν με τον ίδιο τρόπο που είχαν έλθει.  Ο ενόρκως δηλών, συνοψίζοντας το αποτέλεσμα της πιο πάνω έρευνας, αναφέρει ότι:  «Από την διακριτική παρακολούθηση που έγινε μεταξύ των ημερομηνιών 30/3/2018 έως 09/5/2018, διαπιστώθηκε ότι στην εν λόγω μονοκατοικία, λειτουργεί ιδιωτικό φροντιστήριο, με υπεύθυνη την xxx xxx ..., με ωράριο λειτουργίας μεταξύ των ωρών 1430-1930.  Το εν λόγω ιδιωτικό φροντιστήριο, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ιδιωτικών Φροντιστηρίων, λειτουργεί χωρίς άδεια.»
Από τον πιο πάνω ισχυρισμό και μόνο, προκύπτει ότι η Αστυνομία είχε, από το στάδιο της διεξαχθείσας παρακολούθησης, ικανοποιηθεί ότι στο υποστατικό λειτουργούσε ιδιωτικό φροντιστήριο από την αιτήτρια, ενώ δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό ίδρυσής του.  Επομένως, δεν απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση αναφορικά με το προαναφερθέν ζητούμενο της έρευνας και, δη, κατά πόσο στο υποστατικό διαπραττόταν το υπό αναφορά αδίκημα.  Ως εκ του λόγου αυτού και μόνο, σαφώς, δεν ήταν αναγκαία η έκδοση του εντάλματος έρευνας.  
Επιπρόσθετα, υπό το φως των στοιχείων, ανωτέρω, που η Αστυνομία είχε, ήδη, συλλέξει, τίθεται, επίσης, θέμα κατά πόσο η παραλαβή του εξοπλισμού που υπήρχε στο υποστατικό, καθώς και της διδακτικής ύλης από τους μαθητές ήταν αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας.  Ουδεμία πληροφόρηση υπάρχει για τούτο, πέραν του ότι τα κατασχεθέντα ήταν σχετικά με τη λειτουργία του φροντιστηρίου.  Η είσοδος δε στο υποστατικό, υπό τις συνθήκες, ανωτέρω, ειδικά, στην παρουσία μαθητών, πολύ μικρής ηλικίας, αναμφίβολα, θα είχε την επίδρασή της στην ψυχολογία τους· θα ήταν γι' αυτά μια καθόλου ευχάριστη εμπειρία.  Η πτυχή τούτη ουδόλως λήφθηκε υπόψη και ουδόλως τέθηκε οποιοσδήποτε ανάλογος περιορισμός, σε σχέση, ειδικά, με την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας.  Υπό τις περιστάσεις, λοιπόν, ανωτέρω, ειδικά, με βάση το γεγονός ότι είχε, ήδη, συλλεγεί ικανοποιητική μαρτυρία και με δεδομένη τη μη σοβαρή φύση του διερευνώμενου αδικήματος, επ' ουδενί λόγω δικαιολογείτο η έκδοση του εντάλματος έρευνας· αυτό είχε εκδοθεί κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.
Για τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται το αίτημα και εκδίδεται ένταλμα certiorari, με το οποίο ακυρώνεται το ένταλμα έρευνας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 11.5.2018.  Τα έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., επιδικάζονται προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση». (δημοσίευση απόφασης: cylaw.org)

Σχόλια