Σύνοψη και σχόλια στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου αναφορικά με την Προσφυγή 741/2013, ΑΤΗΚ v. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ημερ. 10.6.2019


Των Δρ.Παναγιώτη Αγησιλάου & Ζήνωνα Χατζηκώστα*
Η παρούσα προσφυγή ασκήθηκε από την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (εφεξής η «Αιτήτρια» ή «ΑΤΗΚ») εναντίον της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής η «Επιτροπή» ή «Καθ’ ης η Αίτηση) για ακύρωση της απόφασης με την οποία της επιβλήθηκε  πρόστιμο ύψους €295.277 λόγω διαπίστωσης παράβασης του άρθρου 6(1)(α) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, Νόμος 13(Ι)/2008), (εφεξής ο «Νόμος»).
Ιστορικό
Στις 26.1.2007, εταιρεία τηλεπικοινωνιών υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής εναντίον της ΑΤΗΚ, για πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 6(1)(α) και 6(1)(γ) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2007, Νόμος 207/89, ως ίσχυε τότε. Αντικείμενο της καταγγελίας της εταιρείας αποτέλεσε η επιβολή αθέμιτων τιμών από την ΑΤΗΚ αναφορικά με το ύψος των χρεώσεων για την εκχώρηση χωρητικότητας στο υποθαλάσσιο καλωδιακό σύστημα SMW-3, το οποίο τερματίζετο στην Κύπρο και μέσω του οποίου διοχετεύετο η τηλεπικοινωνιακή «κίνηση» από την Κύπρο προς το Λονδίνο.
Αφού είχαν προηγηθεί δύο ανακλήσεις της απόφασης της Επιτροπής για τη διεξαγωγή έρευνας (ημερομηνίας 14.2.2008 και 19.1.2012), στα πλαίσια έκδοσης συναφών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που υπαγόρευαν μια τέτοια ενέργεια,[1] στις 19.1.2012 η Επιτροπή αποφάσισε την εξ υπαρχής εξέταση της πιο πάνω καταγγελίας. Στις 25.11.2013, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Ν. 13(Ι)/2008, που αντικατέστησε τον Ν. 207/89.
Θέσεις εμπλεκόμενων μερών
(i) Εσφαλμένος ορισμός σχετικής αγοράς
Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι ο καθορισμός της σχετικής αγοράς είναι εσφαλμένος και παραπλανητικός. Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι η ταύτιση της πώλησης και της μίσθωσης διαθέσιμης χωρητικότητας για σκοπούς ορισμού του σχετικού προϊόντος είναι λανθασμένη.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η αναφορά στους «χρόνους» που συμπεριλαμβάνεται στην Έκθεση Αιτιάσεως κατά την εξέταση της σχετικής αγοράς είναι εσφαλμένη και παραπλανητική, καθώς εκφεύγει του χρόνου που συνομολογήθηκε η σύμβαση πώλησης χωρητικότητας μεταξύ της ΑΤΗΚ και της εταιρείας τηλεπικοινωνιών.
Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η διάκριση που γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ των υποθαλάσσιων καλωδιακών συστημάτων που τερματίζονται στην Κύπρο και των δορυφορικών συστημάτων, προκειμένου να καταλήξει ότι αυτά δεν είναι υποκατάστατα μεταξύ τους, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Από την άλλη, η Καθ’ ης η Αίτηση επιχειρηματολόγησε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε καθόλα νόμιμα, ούσα πλήρως αιτιολογημένη. Επίσης, σημείωσε ότι καμία πλάνη δεν διαπιστώνεται ως προς τη λήψη της απόφασης και ότι η Επιτροπή κατέληξε σε αυτήν μετά από δέουσα έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης. Τόνισε σχετικά ότι οι τεχνικές κρίσεις της Επιτροπής, όπως τις χαρακτηρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση, σχετικά με τον καθορισμό της «σχετικής αγοράς», την «δεσπόζουσα θέση» και την «υπερβολική τιμολόγηση», δεν εμπίπτουν εντός του δικαστικού ελέγχου. Κατά την Καθ’ ης η Αίτηση, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον η Επιτροπή ενήργησε εντός των επιτρεπτών αρμοδιοτήτων της και στο κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής ήταν αιτιολογημένη.
Σε σχέση με τα πιο πάνω, το Δικαστήριο ανέφερε αρχικά ότι η αρμοδιότητά του δεν περιορίζεται σε έναν τυπικό έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων της Επιτροπής. Τόνισε σχετικά ότι το Δικαστήριο παρέχει αποτελεσματική δικαστική προστασία, εξετάζοντας όλους τους συναφείς λόγους ακύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων της Επιτροπης. Με αυτό τον τρόπο, το συγκεκριμένο πλαίσιο δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εξασφαλίζει και εγγυάται τις προϋποθέσεις δίκαιης δίκης. 
Εν συνεχεία, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Επιτροπή διέκρινε στην προσβαλλόμενη απόφαση τη διάθεση που πραγματοποιείται βάσει μίσθωσης και αυτής που γίνεται βάσει εκχώρησης χωρητικότητας IRU[2]RUO) για σκοπούς ορισμού της σχετικής αγοράς. Σχετικά το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η πώληση ιδιοκτησίας οδηγεί στη μεταβίβαση κυριότητας (ανέκκλητο δικαίωμα), κάτι που επ’ ουδενί δεν συμβαίνει με την εκχώρηση δικαιώματος IRU. Η εκχώρηση χωρητικότητας υπό τη μορφή δικαιώματος IRU συνιστά δικαίωμα χρήσης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (δικαίωμα χρήσης χωρητικότητας).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η εκχώρηση ως πώληση ιδιοκτησίας δεν μπορεί να επιβληθεί σαν υποχρέωση στον ιδιοκτήτη, ούτε να ελεγχθεί η τιμή στην οποία διατίθεται, όπως ανάλογα ισχύει στην περίπτωση πώλησης μιας οικίας από τον ιδιοκτήτη της, το Δικαστηρίο συμφώνησε με την Επιτροπή, παραπέμποντας στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου κρίθηκε ότι ο παραλληλισμός αυτός ήταν ατυχής και σίγουρα λανθασμένος.
Σχετικά με τη θέση της Αιτήτριας αναφορικά με την πώληση ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι αυτές παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η ίδια η Αιτήτρια πληροφόρησε την Επιτροπή ότι είχε προβεί στην αγορά υπερβάλλουσας χωρητικοτήτας, τόσο για να καλυφθούν οι δικές της ανάγκες, όσο και για να διαθέσουν χωρητικότητα σε άλλες εταιρείες τηλεπικοινωνιών που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο.  
Σε σχέση με τη διάκριση των υποθαλάσσιων καλωδιακών συστημάτων που τερματίζονται στην Κύπρο και των δορυφορικών συστημάτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Σημείωσε σχετικά ότι λόγω της διαφορετικής λειτουργίας μεταξύ των δύο ειδών καλωδιακών συστημάτων, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυτά εναλλάξιμα μεταξύ τους για σκοπούς οριοθέτησης της σχετικής αγοράς.
(ii) Πεπλανημένη θεμελίωση δεσπόζουσας θέσης
Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η κατάληξη της Επιτροπής περί της δεσπόζουσας θέσης που κατείχε η ΑΤΗΚ κατά το έτος 2006 στα υποθαλάσσια καλωδιακά συστήματα στη διαδρομή Κύπρος-Λονδίνο ήταν πεπλανημένη. Όπως σημείωσε σχετικά, η ίδια δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε πώληση χωρητικότητας προς την συγκεκριμένη εταιρεία τηλεπικοινωνιών, ούτε και το αντίστροφο. Η Αιτήτρια υπογράμμισε επίσης το γεγονός ότι η εταιρεία είχε την ευχέρεια να αγοράσει χωρητικότητα πρόσβασης από αλλού.
Σε σχέση με το ζήτημα της θεμελίωσης δεσπόζουσας θέσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάληξη της Επιτροπής ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη και προέκυπτε μέσα από δέουσα έρευνα. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη διαθέσιμη προς πώληση χωρητικότητα σε υποθαλάσσια καλωδιακά συστήματα που τερματίζονται στην Κύπρο για διοχέτευση τηλεπικοινωνιακής «κίνησης» με προορισμό από Κύπρο προς Λονδίνο, τις επιχειρήσεις που ασκούσαν τον έλεγχο αυτής της διαθέσιμης προς πώληση χωρητικότητας και τους πιθανούς φραγμούς στην ενεργοποίηση χωρητικότητας προς την Κύπρο.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο συμφώνησε με την Επιτροπή, η οποία αφού έλαβε υπόψη της την κατοχή από την ΑΤΗΚ της μεγαλύτερης διαθέσιμης διεθνούς χωρητικότητας σε υποθαλάσσια καλωδιακά συστήματα που τερματίζονται στην Κύπρο, μέσω των οποίων μπορεί να διοχετευτεί κίνηση από την Κύπρο στο Λονδίνο, όπως επίσης και την οικονομική ευπορία της και άλλους σχετικούς παράγοντες, κατέληξε πως η ΑΤΗΚ κατείχε δεσπόζουσα θέση.
(iii) Μη δέουσα έρευνα και ανεπαρκής αιτιολόγηση αθέμιτης τιμολόγησης
Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι δεν υπήρξε υπερβολική τιμολόγηση που να οδηγούσε σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της. Το συμπέρασμα της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού, σημείωσε η Αιτήτρια, προκύπτει από μια ελλιπή δέουσα έρευνα της Επιτροπής, ειδικότερα στο σκέλος της εξέτασης συγκριτικών χρεώσεων άλλων ανταγωνιστικών εταιρειών. Επίσης, κατά την Αιτήτρια, αποτελούσε εσφαλμένη προσέγγιση η συμπερίληψη από την Επιτροπή του κόστους κεφαλαίου στα μέτρα εκτίμησης του θεμιτού ύψους της τιμής. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η μη συνεκτίμηση του κόστους που συνεπάγεται για αυτήν η ύπαρξη αδιάθετης χωρητικότητας κατά την εξέταση της ύπαρξης κατάχρησης μέσω υπερβολικής τιμολόγησης ήταν εσφαλμένη. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρξε αδυναμία συγκριτικής ανάλυσης στην απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τον χαρακτηρισμό του αθέμιτου της τιμής, αφού ελλείπει η όποια σύγκριση με τιμές άλλων ανταγωνιστικών προϊόντων.
Από την άλλη, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκαν ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα κατά την εξέταση της καταγγελίας, συνεκτιμώντας τα σχετικά στοιχεία του διοικητικού φακέλου και παρέχοντας την ευκαιρία στην Αιτήτρια να προβάλει γραπτώς και προφορικώς τις θέσεις της. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν στην ίδια την απόφαση της Επιτροπής, την οποία θεωρούν αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη, στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας αυτής, ως απάντηση στους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας.     
Σε σχέση με τα πιο πάνω, το Δικαστήριο συμφώνησε με την επιχειρηματολογία επί του ζητήματος των Καθ’ ων η αίτηση, ότι δηλαδή η Επιτροπή στην κατάληξη της επί της επιβληθείσας τιμής και του κατά πόσο αυτή είναι υπερβολική στηρίχθηκε στα κριτήρια αξιολόγησης που έχει θέσει η νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Υπόθεση 27/76 United Brands v. Commision [1978] ECR 207).
Σχετικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι υπήρξε αδυναμία συγκριτικής ανάλυσης στην απόφαση της Επιτροπής αναφορικά με τον χαρακτηρισμό του αθέμιτου της τιμής, αφού ελλείπει η όποια σύγκριση με τιμές άλλων ανταγωνιστικών προϊόντων, το Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η σύγκριση δεν είναι ο μοναδικός τρόπος διαπίστωσης του αθέμιτου μίας τιμής, αλλά κάτι τέτοιο μπορεί να εξεταστεί και από αυτό καθ’ αυτό το ύψος της τιμής. Επιπλέον, η Επιτροπή τεκμηρίωσε για ποιους λόγους δεν χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο, αναφέροντας ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε μια τέτοια δυνατότητα. Παράλληλα, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στη διαφορά που κατέγραψε μεταξύ του κόστους και της τιμής, αλλά εξέτασε και το κατά πόσον η κερδοφορία που εκτίμησε, βάσει της οικονομικής ανάλυσης που είχε διενεργήσει, καθιστούσε την τιμολόγηση της Αιτήτριας αθέμιτη.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επεξήγησε το κριτήριο της «μη δίκαιης» τιμής, κατά την έννοια του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ, αναφέροντας ότι μια τέτοια τιμή θα πρέπει να είναι η υπερβολική και δυσανάλογη προς την οικονομική αξία της προσφερόμενης παροχής (A.GT-Link A/S v. De Danske Statsbaner (DSB) C-242/95 απόφ. 17/7/1997). Στην υπόθεση United Brands v. Επιτροπής, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο, δόθηκε η ευχέρεια κατά την κρίση περί της της «δίκαιης τιμής», με βάση τα ανωτέρω δύο κριτήρια, διαζευκτικά να λαμβάνεται υπόψη η συγκεκριμένη τιμή κατά απόλυτη έννοια, καθ’ εαυτή, ή να συγκρίνεται αυτή με ανταγωνιστικά προϊόντα. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή δεν έσφαλε ούτε πλανήθηκε στην κρίση της περί αυτής της τιμής, αφού επέλεξε μία από τις μεθόδους διαπίστωσης της ύπαρξης αθέμιτων τιμών, μεταξύ των άλλων επιλογών που είχε, όπως η διαχρονική σύγκριση τιμών, η αναγωγή της τιμής σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, η σύγκριση με τις τιμές που επικρατούν σε γειτονικές αγορές κλπ..
Εντούτοις, το Δικαστήριο κατέληξε επί του ζητήματος, επικυρώνοντας τον σχετικό λόγο ακύρωσης της Αιτήτριας, αφού έκρινε ως μη επαρκή την αιτιολογία για την πρόκριση της συγκεκριμένης μεθόδου υπολογισμού της «δίκαιης τιμής» από την Επιτροπή. Η αναφορά της Επιτροπής στην αδυναμία εκπλήρωσης μια σύγκρισης τιμών δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο τόνισε σχετικά ότι η Επιτροπή δεν προχώρησε σε καμία έρευνα, πέραν από τα πορίσματα της Υπηρεσίας της Επιτροπής, και παρά τις ενστάσεις που είχε υποβάλει η Αιτήτρια. Η Επιτροπή είχε μεν την ευχέρεια επιλογής της μεθοδολογίας υπολογισμού αυτής της τιμής, όμως θα έπρεπε να απαντήσει με την αιτιολογία της γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε για ασφαλέστερα συμπεράσματα η συγκριτική μέθοδος επί τούτου, καταρρίπτοντας έτσι τις σχετικές ενστάσεις της Αιτήτριας. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν μπορεί να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας της επιλογής που έκανε η Επιτροπή για την κρίση της ύπαρξης αθέμιτων τιμών αυτής, καθώς η απόφαση της Επιτροπής ως προς αυτό είναι αναιτιολόγητη. Αναμφίβολα, η αιτιολογία απαιτείται πάντοτε για τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων της Επιτροπής. Όπως τονίστηκε το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Επιτροπή ως προς αυτό το μέρος. 
(iv) Νομιμότητα ύψους προστίμου
Η Αιτήτρια αμφισβήτησε τη νομιμότητα του προστίμου που της επιβλήθηκε, καθώς όπως ισχυρίστηκε αυτό παραβιάζει το άρθρο 41(1) και (2) του Νόμου.
Από την άλλη, οι Καθ’ ων η αίτηση, απαντώντας στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας υποστήριξαν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και εισηγήθηκαν απόρριψη όλων των λόγων ακύρωσης.
Σε σχέση με τα πιο πάνω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το εδάφιο (2) του άρθρου 41 ορίζει ότι η προθεσμία προσμετράται, σε περίπτωση κατ’ εξακολούθηση ή κατ’ επανάληψη παράβασης, από την ημέρα που τερματίστηκε η παράβαση. Εν προκειμένω, η παράβαση άρχισε την 1.7.2006 και συνεχίστηκε μέχρι την ημερομηνία έκδοσης απόφασης από την Επιτροπή. Επίσης, κατά το άρθρο 41(3) η προθεσμία διακόπτεται με την κίνηση διαδικασίας εξέτασης ενδεχόμενων παραβάσεων από την Επιτροπή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό έγινε στις 29.8.2012. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 41 δεν είχε παρέλθει. 
Κατάληξη
Καταληκτικά, το Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής, καθώς και το διοικητικό πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην Αιτήτρια λόγω ανεπαρκούς αιτιολόγησης.
Σχόλια
Η απόφαση αυτή είναι σημαντική καθώς σε αυτήν γίνεται ειδική μνεία του Δικαστηρίου στην ανάγκη επαρκούς αιτιολόγησης από την Επιτροπή των επιμέρους αποφάσεων της όσον αφορά την επιλογή μεταξύ εναλλακτικών κριτηρίων για την εφαρμογή διαφόρων τεστ που υπάρχουν για την στοιχειοθέτηση παραβάσεων του Νόμου, εν προκειμένω τη στοιχειοθέτηση αθέμιτης τιμολόγησης.
Είναι γεγονός ότι η Επιτροπή απολαμβάνει εκτεταμένης ευχέρειας επιλογής της εκάστοτε μεθοδολογίας για την εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων του Νόμου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως στο ζήτημα της εξέτασης της «δίκαιης τιμής», κάτι που επιβεβαιώνεται και από την ενωσιακή νομολογία. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει αναφορικά με τα κριτήρια ή τεστ που θα εφαρμόσει κατά περίπτωση, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση των σχετικών της αποφάσεων και επιλογών. Πόσω δε μάλλον όταν απορρίπτει εναλλακτικά κριτήρια ή τεστ, που προβάλλονται από τα εμπλεκόμενα μέρη στην ενώπιον της διαδικασία, τα οποία ενδεχομένως να την οδηγούσαν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση παράβασης του Νόμου.
Μέσα από την κατάλληλη και επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεων της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή συγκεκριμένων κριτηρίων ή τεστ έναντι άλλων, αφενός περιορίζεται η πιθανότητα εκδήλωσης οποιασδήποτε αυθαιρεσίας από τη διοίκηση κατά τη λήψη αποφάσεων (π.χ. επιλογή κριτηρίων ή τεστ που είναι δυσμενή για τον διοικούμενο) και αφετέρου καθίσταται εφικτός και αποτελεσματικός ο δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων της.
Η θέση του Δικαστηρίου αναφορικά με την αιτιολόγηση των τεστ ή κριτηρίων ή μεθοδολογιών που επιλέγονται από την Επιτροπή είναι συνεπής με τις πρόσφατες αποφάσεις του CAT στην υπόθεση Pfizer / Flynn Pharma[3] και του ΔΕΕ στην υπόθεση Autortiesību un komunicēšanās konsultāciju aģentūra/Latvijas Autoru apvienība v. Konkurences padome[4].
Είναι αξιοσημείωτη η θέση του Δικαστηρίου ότι η αρμοδιότητα του δεν περιορίζεται σε έναν τυπικό έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων της Επιτροπής, αλλά προκειμένου να υπάρχει αποτελεσματική δικαστική προστασία και σεβασμός των θεμελιωδών αρχών που διέπουν τη δίκαιη δίκη θα πρέπει να εξετάσει όλους τους συναφείς λόγους ακύρωσης. Στη βάση αυτής της θέσης, το Δικαστήριο εξετάζει σε βάθος την στοιχειοθέτηση υπερβολικής τιμολόγησης, κρίνοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως προς το σημείο αυτό λόγω ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο αναλύει κατά τρόπο περιεκτικό τις νομολογιακές αρχές και εξελίξεις όσον αφορά την υπερβολική τιμολόγηση, αντλώντας καθοδήγηση από σχετικές αποφάσεις των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Τέλος, είναι κρίσιμο να παρατηρηθεί ότι συνιστά μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες ακυρώνεται απόφαση της Επιτροπής για έναν ουσιαστικό λόγο, κάτι που αποδεικνύει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και ουσιαστικά ζητήματα σε σχέση με τις αποφάσεις της Επιτροπής, ακόμη και σε σχέση με τεχνικής φύσεως ζητήματα, υπό το πρίσμα των αρμοδιοτήτων ελέγχου, ήτοι τη διαπίστωση δέουσας έρευνας, επαρκούς αιτιολόγησης και ανυπαρξία πλάνης περί τα πράγματα ή τον νόμο.
Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής βρίσκεται εδώ.
Η απόφαση  του Δικαστηρίου βρίσκεται εδώ.
*Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου, Διευθύνων Σύμβουλος | Trojan Economics,  p.agisilaou@trojaneconomics.com
Ζήνωνας Χατζηκώστας, Ασκούμενος, Αριστούχος Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Κύπρου,  hadjicostas.zenonas@ucy.ac.cy
________________________
[1] ΑΤΗΚ ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2007) 3 Α.Α.Δ. 560 και Exxon Mobil Cyprus Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2011) 3Α Α.Α.Δ. 449.
[2] Η Παροχή Χωρητικοτήτων µέσω του µοντέλου του Ανέκκλητου ∆ικαιώµατος Χρήσης (Indefeasible Rights of UseIRU) αναφέρεται στη µακροχρόνια παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώµατος χρήσης υψηλών χωρητικοτήτων, ανάλογα µε τις ανάγκες του Τηλεπικοινωνιακού Παρόχου. Σύµφωνα µε το µοντέλο IRU, ο πάροχος προκαταβάλει ένα προσυµφωνηµένο τίµηµα για όλη τη χρονική διάρκεια της σύµβασης (up-front payment) και επιπλέον ένα ετήσιο ποσό λειτουργίας και συντήρησης (Ο&Μ). Με αυτόν τον τρόπο αποκτά το αναφαίρετο δικαίωµα χρήσης της χωρητικότητας για όλη την προβλεπόµενη - από τη σύµβαση παροχής Χωρητικότητας - διάρκεια.
[3] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 1275/1/12/17 και 1276/1/12/17, (1) FLYNN PHARMA LIMITED (2) FLYNN PHARMA (HOLDINGS) LIMITED v. COMPETITION AND MARKETS AUTHORITY και (1) PFIZER INC. (2) PFIZER LIMITED v. COMPETITION AND MARKETS AUTHORITY.
[4] Υπόθεση C-177/16, Autortiesību un komunicēšanās konsultāciju aģentūra/Latvijas Autoru apvienība v. Konkurences padome.

Σχόλια