Απαλλαγή από την εκτέλεση υπηρεσίας στην Εθνική Φρουρά: Η πρόνοια μόνο για το γυναικείο προσωπικό παραβιάζει την αρχή της ισότητας (Διοικ.Δικαστήριο)


Το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα υπηρετούντος στην ΕΦ που ζητούσε να απαλλαγεί από την εκτέλεση οποιασδήποτε υπηρεσίας, από τη συμμετοχή στις απογευματινές - νυκτερινές εκπαιδεύσεις και από κάθε απασχόληση πέραν του πρωϊνού ωραρίου εκτός των ημερών που εφαρμόζονται μέτρα επιφυλακής ή ασκήσεις Επιτελείων - Μονάδων, κατά τις οποίες να απαλλάσσεται στις 21.00, όπως προβλέπεται για το γυναικείο προσωπικό.
Αναφέρει συγκεκριμένα το Δικαστήριο:
«Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το άρθρο 28 του Συντάγματος που καθιερώνει την αρχή της ισότητας των πολιτών επιβάλλει στη διοίκηση κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας να χειρίζεται ίσα και ομοιόμορφα όλους τους πολίτες που τελούν κάτω υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες.  Οι διατάξεις του Συντάγματος δεν αφορούν μόνο τον νομοθέτη αλλά και την ίδια τη διοίκηση.  Κάθε παραβίαση της αρχής της ισότητας από τα διοικητικά όργανα ελέγχεται από το Διοικητικό Δικαστήριο σε σχέση με την τήρηση της αρχής της ισότητας που πρέπει να διέπει τη δράση της σε αυθαίρετες, τυχαίες ή συμπτωματικές διακρίσεις.  Αν τα υποκείμενα μίας ρύθμισης είναι ομογενή δεν χωρεί διάκριση.  Η ομογένεια ή ανομοιογένεια ως κριτήριο διαφοροποίησης πρέπει ανάλογα με την περίπτωση να είναι ουσιαστική, ώστε να δικαιολογείται η διάκριση που επέλεξε η διοίκηση μεταξύ των υποκειμένων του δικαίου. (Θεοχαρίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ, 63, Γιώρκας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2009) 3 ΑΑΔ, 348)….
Η αρχή της ισότητας όμως επιβάλλει σύμφωνα με το 28 του Συντάγματος τόσο στο νομοθέτη όσο και στην διοίκηση να μην προβαίνουν σε αυθαίρετες διακρίσεις που δεν δικαιολογούνται με τρόπο που να στερηθούν αυθαίρετα διοικούμενοι από πλεονεκτήματα που δόθηκαν κάτω από παρόμοιες συνθήκες σε άλλους.  Νοείται πως είναι λογικά ανέφικτη απόλυτη πραγματική ισότητα, την οποία δεν απαιτεί το Σύνταγμα, ούτε από τις διοικητικές αρχές ούτε από το νομοθέτη παρά μόνον θα πρέπει να αποτρέπονται μη λογικές και αυθαίρετες διακρίσεις εναντίον των διοικουμένων…
…Η διάταξη που αφορά στην παρούσα υπόθεση η οποία βεβαίως έχει άμεση και απόλυτη σχέση με το όλο περιεχόμενο της διαταγής είναι οι ακόλουθη, σε σχέση με διευκολύνσεις που παρέχονται επιπλέον στο «ένστολο γυναικείο προσωπικό»:
«Έχει 4 παιδιά, και μέχρι το μεγαλύτερο να συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του.  Επιπρόσθετα απαλλάσσεται από τη συμμετοχή της στις απογευματινές - νυκτερινές εκπαιδεύσεις και από κάθε απασχόληση πέραν του πρωϊνού ωραρίου, εκτός των ημερών που εφαρμόζονται μέτρα επιφυλακής ή ασκήσεις Επιτελείων - Μονάδων, κατά τις οποίες να απαλλάσσονται στις 2100Ω».
 Η πιο πάνω διαταγή αφορά στην διαταγή που βρισκόταν σε ισχύ κατά την απόρριψη του πρώτου αιτήματος του αιτητή που αποτελεί και την αιτούμενη θεραπεία υπό Α στην προσφυγή.  Το αίτημα υποβλήθηκε εκ νέου αργότερα αφού στο μεταξύ η διαταγή είχε τροποποιηθεί, τουλάχιστον σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, στην παράγραφο γ, όπου πλέον αυτή δεν αφορά στο «ένστολο γυναικείο προσωπικό» αλλά «στο γυναικείο προσωπικό λόγω του ιδιαίτερου ρόλου που διαδραματίζει ως μητέρα». 
Ο αιτητής απευθυνόμενος στους ανωτέρους του με το δεύτερο αίτημα του εισηγήθηκε ότι η ιδιαιτερότητα του ρόλου της μητέρας, που αναφέρεται στην παράγραφο 1γ δεν διαφέρει από τις ιδιαιτερότητας του ρόλου του πατέρα και ως εκ τούτου θα έπρεπε το αίτημα να αντιμετωπιστεί θετικά, γιατί ο αιτητής ο ίδιος πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις εκτός από την ιδιότητα του φύλου του γονέα δηλαδή ήταν πατέρας και όχι μητέρα.  Η σχετική απάντηση του Αρχηγού ήταν απορριπτική του αιτήματος, καθότι η περίπτωση του αιτητή δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες της διαρκούς διαταγής…
Η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να απορρίψουν το αίτημα του αιτητή είναι παντελώς αναιτιολόγητη, δεν επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο. AΩς έχει η αιτιολογία που περιορίζεται στην αναφορά του «ιδιαίτερου ρόλου της μητέρας» ως κάτι τέτοιο να αποτελεί έννοια αυτονόητη, ή παγκοίνως παραδεκτή ή και νομοθετικά επιβαλλόμενη για ανήλικα παιδιά, ανεξαρτήτως ηλικίας, προσθέτει ένα κριτήριο διάκρισης σε σχέση με τον ρόλο του πατέρα που βρίσκεται εκ πρώτης όψεως σε παράβαση με την αρχή της ισότητας.  Έχοντας βεβαίως υπόψη, ότι η εύλογη και αυτονόητη λόγω βιολογικών ιδιοτήτων διάκριση μεταξύ πατέρα και μητέρας σε ότι αφορά ζητήματα τοκετού και θηλασμού ρυθμίζεται ήδη στην ίδια διαταγή από τον Αρχηγό του Στρατού.
Υπό τις περιστάσεις που αναλύθηκαν και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τα ζητήματα που αφορούν το προσωπικό, άλλοτε υπέρ και των δύο γονέων και άλλοτε υπέρ μόνο του γυναικείου προσωπικού, καταλήγω ότι η συγκεκριμένη πρόνοια δεν μπορούσε να αποτελέσει αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή, εκτός εάν το αίτημα του ήθελε απορριφθεί όταν υποβλήθηκε για ζητήματα που δεν αφορούσαν την ιδιότητα του ως γονέα που έχει την ευθύνη της γονικής μέριμνας τεσσάρων ανηλίκων παιδιών, αλλά για λόγους επιχειρησιακούς ή των αναγκών της Εθνικής Φρουράς, που δεν επέτρεπαν αντίστοιχη μέριμνα για το ένστολο προσωπικό του άλλου φύλου, που όμως δεν είναι τέτοια η περίπτωση της εδώ αιτιολογίας».
Ενόψει των παραπάνω το Δικαστήριο δέχτηκε την προσφυγή και ακύρωσε την επίδικη απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ων η αίτηση.

Σχόλια