Πρόωρη εξόφληση δανείου: Δικαίωμα δανειολήπτη μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης και η αποζημίωση της τράπεζας


του Γιώργου Καζολέα, Δικηγόρου
Το δικαίωμα πρόωρης αποπληρωμής του δανείου από τον δανειολήπτη κατοχυρώνεται νομοθετικά στο εθνικό και κοινοτικό δίκαιο. Η άσκηση του έχει ουσιαστικά δύο κύριες συνέπειες: Αφενός ο δανειολήπτης καταναλωτής δικαιούται μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης που αποτελείται από τους τόκους και τις χρεώσεις για το εναπομένον διάστημα της σύμβασης. Αφετέρου η τράπεζα δικαιούται εύλογης και αντικειμενικώς αιτιολογημένης αποζημίωσης για ενδεχόμενα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση της πίστωσης, υπό την προϋπόθεση ότι η πρόωρη εξόφληση πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει καθορισθεί το χρεωστικό επιτόκιο. (άρθρο 16 παρ.1 Οδηγίας 2008/48 και άρθρο 16 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010). Σε κάθε περίπτωση η αποζημίωση που μπορεί να ζητήσει η τράπεζα, δεν δύναται να υπερβαίνει το 1% του τμήματος της πίστωσης που εξοφλήθηκε πρόωρα, εφόσον το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας λήξης της σύμβασης πίστωσης υπερβαίνει το ένα (1) έτος.
Α.Η Αποζημίωση της Τράπεζας
Οι σχετικές ρήτρες που χρησιμοποιούν οι περισσότερες τράπεζες αναφορικά με το θέμα της πρόωρης εξόφλησης του δανείου είναι αόριστα διατυπωμένες και αδιαφανείς και για το λόγο αυτό έχουν κηρυχθεί κατ’επανάληψη καταχρηστικές. Συνηθέστερα αναφέρεται ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες, ζημίες, απώλειες ή υποχρεώσεις που μπορεί να υποστεί ή επιβαρυνθεί η τράπεζα ως αποτέλεσμα της πρόωρης εξόφλησης. Δεν διευκρινίζεται σε τί συνίστανται όμως τα έξοδα, οι δαπάνες κλπ, αντιθέτως αφήνεται στην απόλυτη κρίση του πιστωτικού ιδρύματος να καθορίσει μονομερώς και χωρίς πραγματική δυνατότητα ελέγχου από τον καταναλωτή δανειολήπτη το ποσό της αποζημίωσης. Μια τέτοια ρήτρα η οποία, τεθείσα από το ισχυρό μέρος και παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση, κρίνεται καταχρηστική (άρθρο 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996).
Για το δικαίωμα αποζημίωσης της τράπεζας καθιερώνονται νομοθετικά και τα κάτωθι:
Η τράπεζα δεν δύναται να αξιώσει αποζημίωση για πρόωρη εξόφληση:
(α) όταν η εξόφληση πραγματοποιείται δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου, το οποίο προβλέπει παροχή εγγύησης για την εξόφληση της πίστωσης·
(β) σε περιπτώσεις διευκολύνσεων υπερανάληψης
(γ) όταν η εξόφληση πραγματοποιηθεί εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο το χρεωστικό επιτόκιο δεν είναι σταθερό.
Ακόμα η τράπεζα δύναται να αξιώνει αποζημίωση μόνο όταν το ποσό της πρόωρης εξόφλησης υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) σε οποιοδήποτε διάστημα δώδεκα (12) μηνών
Σε περίπτωση που η αποζημίωση που αξιώνει η τράπεζα υπερβαίνει την πραγματική ζημιά, ο καταναλωτής δύναται να αξιώνει ανάλογη μείωση. Η ζημιά συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που συμφωνήθηκε αρχικά με το επιτόκιο κατά το οποίο ο πιστωτικός φορέας είναι σε θέση να δανείσει στην αγορά το ποσό που εξοφλήθηκε πρόωρα, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο της πρόωρης εξόφλησης στα διοικητικά έξοδα.
Τέλος, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τόκους που θα είχε καταβάλει ο καταναλωτής κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας ημερομηνίας λήξης της πιστωτικής σύμβασης.
Συμπερασματικά η αποζημίωση που αξιώνει η τράπεζα σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου πρέπει να είναι ορισμένη και περιορισμένη και ο υπολογισμός της κατανοητός στον καταναλωτή και διαφανής. Θα πρέπει να αφορά σε ενδεχόμενα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση, λαμβανομένων επίσης υπόψη των ποσών τα οποία, ενδεχομένως, εξοικονόμησε η τράπεζα από την εισροή σε αυτή του ποσού που εξοφλείται. Ο υπολογισμός της αποζημίωσης του πιστωτή θα πρέπει να είναι διαφανής και κατανοητός για τους καταναλωτές ήδη από τη φάση πριν από τη σύναψη, οπωσδήποτε δε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της σύμβασης πίστωσης. Πέραν αυτού, η μέθοδος υπολογισμού θα πρέπει να εφαρμόζεται με ευκολία από τους πιστωτές και να προωθείται ο εποπτικός έλεγχος της αποζημίωσης από τις υπεύθυνες αρχές
Β.Το δικαίωμα του δανειολήπτη μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης
Όπως προειπώθηκε η άσκηση του δικαιώματος πρόωρης αποπληρωμής πιστωτικών διευκολύνσεων εκ μέρους του δανειολήπτη συνεπάγεται δικαίωμα αυτού για μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης. Τί περιλαμβάνει το κόστος αυτό, εξειδικεύει η Οδηγία 2008/48: “Συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή” είναι το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των προμηθειών, των φόρων και των κάθε άλλου είδους αμοιβών, που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τα οποία γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, πλην των συμβολαιογραφικών δαπανών· τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης, ιδίως τα ασφάλιστρα, περιλαμβάνονται επίσης εάν, επιπλέον, η σύναψη της σύμβασης υπηρεσίας είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται.
Για τον προσδιορισμό του συνολικού κόστους της πίστωσης πρέπει να γίνει διάκριση σε επιβαρύνσεις και έξοδα που εξαρτώνται από την χρονική διάρκεια ισχύος της δανειακής σύμβασης και σε εκείνα που δεν εξαρτώνται. Αν τα τελευταία δεν συμπεριληφθούν στο συνολικό κόστος της πίστωσης, το δικαίωμα του καταναλωτή/δανειολήπτη εν προκειμένω περιορίζεται και αποδυναμώνεται. Οι δε τράπεζες θα προβλέπουν αποκλειστικώς έξοδα και επιβαρύνσεις που δεν εξαρτώνται από τη χρονική διάρκεια ισχύος της σύμβασης δανείου, προκειμένου να αποτρέψουν το ενδεχόμενο τα έξοδα αυτά να περιλαμβάνονται σε εκείνα που αφορά η μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης , την οποία θα δικαιούται ο δανειολήπτης όταν αποπληρώνει πρόωρα τις υποχρεώσεις του.
Σαφή λύση και απάντηση στο ζήτημα δίνει η πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ της 11ης Σεπτεμβρίου 2019 στην υπόθεση C‑383/18, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα του καταναλωτή σε μείωση του συνολικού κόστους της πιστώσεως σε περίπτωση πρόωρης εξοφλήσεώς της περιλαμβάνει άπαντα τα έξοδα των οποίων η καταβολή επιβλήθηκε στον καταναλωτή, άρα και τα έξοδα και επιβαρύνσεις που είναι ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια ισχύος της δανειακής συμφωνίας.
Το Δικαστήριο θεμελιώνει την κρίση του αναφέροντας ότι «η αποτελεσματικότητα …του δικαιώματος των καταναλωτών σε μείωση του συνολικού κόστους της πιστώσεως θα αποδυναμωνόταν εάν η μείωση της πιστώσεως μπορούσε να περιορισθεί στο να ληφθούν υπόψη μόνον τα έξοδα τα οποία εμφανίζει ο πιστωτικός φορέας ως εξαρτώμενα από τη χρονική διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, δεδομένου ότι … τα έξοδα και ο επιμερισμός τους καθορίζονται μονομερώς από την τράπεζα, η δε χρέωση των εξόδων ενδέχεται να περιλαμβάνει και ορισμένο περιθώριο κέρδους.
Επιπλέον…ο περιορισμός της δυνατότητας μειώσεως του συνολικού κόστους της πιστώσεως αποκλειστικώς στα έξοδα που ρητώς συνδέονται με το χρονικό διάστημα ισχύος της συμβάσεως θα ενείχε τον κίνδυνο να επιβάλλεται στον καταναλωτή η εφάπαξ καταβολή υψηλότερων ποσών κατά τη σύναψη της συμβάσεως πιστώσεως, διότι ενδέχεται ο πιστωτικός φορέας να επιδιώξει τη μείωση στον μέγιστο δυνατό βαθμό των εξόδων που εξαρτώνται από τη χρονική διάρκεια ισχύος της συμβάσεως».
Τέλος , πολύ εύστοχα επισημαίνει το Δικαστήριο ότι «η διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όσον αφορά τις χρεώσεις που επιβάλλουν και την εσωτερική οργάνωσή τους καθιστά εξαιρετικά δυσχερή τον εκ μέρους καταναλωτή ή δικαστηρίου προσδιορισμό των εξόδων που συνδέονται αντικειμενικά με τη χρονική διάρκεια ισχύος της συμβάσεως».
Ενόψει και των παραπάνω μπορούμε να καταλήξουμε σε μερικά συμπεράσματα:
1.Το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του δανειολήπτη συνεπάγεται δικαίωμά του για μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης, το οποίο περιλαμβάνει άπαντα τα έξοδα των οποίων η καταβολή του επιβλήθηκε από την τράπεζα.
2.Η αποζημίωση που δικαιούται η τράπεζα από την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος πρέπει να είναι ορισμένη και περιορισμένη και ο υπολογισμός της κατανοητός στον καταναλωτή και διαφανής. Θα πρέπει να αφορά μόνο σε ενδεχόμενα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση. Ρήτρες που αναφέρονται σε αποζημίωση που περιλαμβάνει γενικά και αόριστα οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες, ζημίες, απώλειες ή υποχρεώσεις που μπορεί να υποστεί ή επιβαρυνθεί η τράπεζα ως αποτέλεσμα της πρόωρης εξόφλησης, είναι παράνομες, καταχρηστικές και δεν παράγουν καμία νομική ισχύ.
3.Μην λησμονείται ότι η τράπεζα μέσω της πρόωρης εξόφλησης, ανακτά πρόωρα το δανεισθέν ποσό, το οποίο, προφανώς διαθέτει για τη σύναψη νέας συμβάσεως πιστώσεως και επομένως επιβάλλει νέα έξοδα, προμήθειες και επιβαρύνσεις. Πέραν αυτού από την πρόωρη εξόφληση ενός δανείου εξασφαλίζει ότι αυτό δεν θα καταστεί ποτέ μη εξυπηρετούμενο. Άρα δεν αντέχει σε ιδιαίτερη κριτική το επιχείρημα ότι η τράπεζα υφίσταται αξιοσημείωτη ζημία από την πρόωρη αποπληρωμή, τόση μάλιστα που να της δίνει δικαίωμα να αξιώνει καταχρηστικές αποζημιώσεις.
* o Γιώργος Καζολέας είναι δικηγόρος σε Σ.Διονυσίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Σχόλια