Ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος 235(Ι) του 2025 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 19.12.2025, τροποποιεί τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο ("βασικός νόμος").
Τροποποίηση του άρθρου 38 (τύπος κατηγορητηρίου) του βασικού νόμου (με έντονη γραφή η προσθήκη):
38. Κάθε κατηγορητήριο είναι στον καθορισμένο τύπο υπογράφεται από ή εκ μέρους του προσώπου που απαγγέλλει αυτό και όταν το κατηγορητήριο απαγγέλλεται από Κυβερνητικό Τμήμα το κατηγορητήριο αυτό υπογράφεται από αντιπρόσωπο του Τμήματος. Αναφέρει το όνομα του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η συνοπτική δίκη ή το οποίο θα παραπέμψει την υπόθεση στο Κακουργιοδικείο και περιλαμβάνει επίσης τις ακόλουθες λεπτομέρειες:
(α) το όνομα και περιγραφή του κατηγορουμένου όπως αυτά είναι γνωστά στον κατήγορο τα οποία είναι εύλογα επαρκή προς διαπίστωση της ταυτότητας του κατηγορουμένου
(β) το ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος τα οποία περιλαμβάνουν τις λεπτομέρειες που εκτίθενται στο άρθρο 39.
(γ) τα ονόματα των μαρτύρων τους οποίους η κατηγορούσα αρχή προτίθεται να καλέσει, τα οποία ονόματα οπισθογραφούνται στην τελευταία σελίδα του κατηγορητηρίου:
Νοείται ότι, η κατηγορούσα αρχή δύναται να μην καλέσει οποιονδήποτε μάρτυρα του οποίου το όνομα είναι οπισθογραφημένο και να καλέσει μάρτυρα του οποίου το όνομα δεν είναι οπισθογραφημένο.
Τροποποίηση του άρθρου 132 του βασικού νόμου (Εφέσεις από αποφάσεις Κακουργιοδικείου εναντίον της καταδίκης) (με έντονη γραφή οι τροποποιήσεις):
132.-(1) Πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο από Κακουργιοδικείο και καταδικάστηκε σε θάνατο ή σε οποιαδήποτε περίοδο φυλάκισης ή σε χρηματική ποινή που υπερβαίνει τις είκοσι λίρες δύναται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 135 και 136, να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου-
(α) κατά της καταδίκης του ως δυνάμει δικαιώματος για οποιοδήποτε λόγο έφεσης ο οποίος συνεπάγεται νομικό ζήτημα μόνο
(β) με την άδεια Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ο οποίος δεν προήδρευσε κατά τη δίκη) κατά της καταδίκης του για οποιοδήποτε λόγο έφεσης ο οποίος συνεπάγεται πραγματικό ζήτημα μόνο ή ζήτημα μεικτό νομικό και πραγματικό ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο ο οποίος φαίνεται στο Δικαστή που εξετάζει την αίτηση για άδεια έφεσης ότι είναι επαρκής λόγος έφεσης
(γ) με την άδεια Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ο οποίος δεν προήδρευσε κατά τη δίκη) εναντίον της ποινής που του επιβλήθηκε στην καταδίκη του εκτός αν η ποινή είναι καθορισμένη από το νόμο.
(2) Όταν πρόσωπο δικαιούμενο να ασκήσει έφεση ως δυνάμει
δικαιώματος επί νομικού σημείου όπως προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1) του άρθρου αυτού επιθυμεί να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου
Δικαστηρίου, δίνει ειδοποίηση έφεσης προκαλώντας την παράδοση της στον
Αρχιπρωτοκολλητή εντός δέκα δεκατεσσάρων
(14) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η καταδίκη.
(3) Όταν πρόσωπο επιθυμεί να ασκήσει έφεση ενώπιον του
Ανώτατου Δικαστηρίου όπως προβλέπεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου
(1) του άρθρου αυτού, υποβάλλει αίτηση για άδεια έφεσης προκαλώντας παράδοση
της αίτησης στον Αρχιπρωτοκολλητή εντός δέκα
δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η
καταδίκη.
(4) Όταν ο εφεσείοντας κρατείται σε οποιαδήποτε φυλακή ή ίδρυμα ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τελεί υπό κράτηση, θεωρείται ότι συμμορφώνεται επαρκώς προς τις διατάξεις του εδαφίου (2) ή (3) του άρθρου αυτού, αν παραδώσει την ειδοποίηση έφεσης ή την αίτηση για άδεια έφεσης, ανάλογα με την περίπτωση, στο λειτουργό που έχει την επιτήρηση του για διαβίβαση στον Αρχιπρωτοκολλητή.
Τροποποίηση του άρθρου 133 του βασικού νόμου. (Έφεση από απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου κατά της καταδίκης) (με έντονη γραφή οι τροποποιήσεις):
133.-(1) Κάθε πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο από Επαρχιακό Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε περίοδο φυλάκισης ή σε χρηματική ποινή που υπερβαίνει τις δέκα λίρες δύναται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 135 και 136, να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου-
(α) κατά της καταδίκης του, ως δυνάμει δικαιώματος για οποιοδήποτε λόγο ο οποίος συνεπάγεται νομικό ζήτημα μόνο
(β) με άδεια Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναντίον της καταδίκης του ή της ποινής.
(2) Όταν πρόσωπο, δικαιούμενο να ασκήσει έφεση ως δυνάμει
δικαιώματος όπως προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου
αυτού, επιθυμεί να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δίνει
ειδοποίηση έφεσης προκαλώντας την παράδοση της στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού
Δικαστηρίου που καταδίκασε τον εφεσείοντα εντός δέκα δεκατεσσάρων (14) ημερών
από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η ποινή.
(3) Όταν πρόσωπο επιθυμεί να ασκήσει έφεση όπως προβλέπεται
στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, αυτό ζητά άδεια έφεσης
προκαλώντας παράδοση της αίτησης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου
που καταδίκασε τον αιτούμενο εντός δέκα
δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η
ποινή.
(4) Οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 132 εφαρμόζονται, επιφερομένων των αναγκαίων προσαρμογών, σε ειδοποιήσεις έφεσης και αιτήσεις για άδεια έφεσης δυνάμει του άρθρου αυτού.

Σχόλια