Η προδικαστική αποκάλυψη εγγράφων (Pre-Action Disclosure) υπό το Μέρος 31.7 των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας - Σχόλιο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 3 Φεβρουαρίου 2026
Του Κωνσταντίνου Κληρίδη, Δικηγόρου
1. Εισαγωγή – Ένας νέος θεσμός στη δοκιμασία της πράξης
Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 3 Φεβρουαρίου 2026, στην Αίτηση αρ. 9/2024 (πριν την έγερση απαίτησης), αποτελεί από τις πρώτες αποφάσεις, αν όχι η πρώτη, που αφορούν συγκεκριμένα την εφαρμογή του Μέρους 31 καν.7 ΝΚΠΔ («Ειδική Αποκάλυψη πριν από την έναρξη της διαδικασίας»), και προσφέρει ουσιαστική δικαστική καθοδήγηση αναφορικά με τον νέο θεσμό της προδικαστικής αποκάλυψης εγγράφων (pre-action disclosure), όπως αυτός θεσμοθετήθηκε ρητά στο κυπριακό δικονομικό δίκαιο με τους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας.
2. Το νομοθετικό πλαίσιο της προδικαστικής αποκάλυψης
Το Μέρος 31 καν.7 ΝΚΠΔ εισάγει έναν αυτοτελή και ειδικό μηχανισμό αποκάλυψης και προσαγωγής εγγράφων πριν από την έναρξη δικαστικής διαδικασίας. Ο θεσμός διαφοροποιείται σαφώς τόσο από την αποκάλυψη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς αγωγής όσο και από τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, τα οποία στηρίζονται στη σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και υπακούουν σε διαφορετική δικονομική λογική.
3. Οι τυπικές προϋποθέσεις του καν.31.7(2) ΝΚΠΔ
Το πρώτο στάδιο ελέγχου αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του καν.31.7(2), οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται μέσω ένορκης μαρτυρίας και περιλαμβάνουν σωρευτικά:
(α) επαρκή περιγραφή των ζητούμενων εγγράφων, είτε ατομικά είτε ως περιορισμένη και ειδική κατηγορία εγγράφων,
(β) δήλωση ως προς τη σχέση των εγγράφων με τα επίδικα ζητήματα και την ουσιώδη σημασία τους για την έκβαση της επακόλουθης διαδικασίας, και
(γ) δήλωση ότι τα έγγραφα δεν βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του αιτητή.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πιο πάνω τυπικές προϋποθέσεις πληρούνταν.
4. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του καν.31.7(3) ΝΚΠΔ
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στον έλεγχο των ουσιαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες – σύμφωνα με το ρητό λεκτικό του κανονισμού – πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ακόμη και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων δεν αρκεί, εάν τα ζητούμενα έγγραφα δεν είναι ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της επακόλουθης διαδικασίας ή εάν εφαρμόζεται λόγος ένστασης του καν.31.5(7) ΝΚΠΔ.
Σύμφωνα με τον 31.7(3) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα, δυνάμει του παρόντος κανονισμού μόνο όταν:
(α) ο καθ’ ου η αίτηση ενδέχεται να είναι διάδικος σε επακόλουθη διαδικασία·
(β) ο αιτητής επίσης ενδέχεται να είναι διάδικος σε αυτή τη διαδικασία·
(γ) έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις του κανονισμού 31.7(2)· και
(δ) δεν εφαρμόζεται κανένας από τους λόγους ένστασης οι οποίοι παρατίθενται στον κανονισμό 31.5(7).
5. Σχέση με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal
Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal συνιστούν ουσιαστικό και όχι επικουρικό ένδικο μέσο και δεν μπορούν να ενταχθούν άκριτα στη διαδικασία πριν από την καταχώριση απαίτησης, χωρίς την τήρηση των κατάλληλων εναρκτήριων δικονομικών τύπων.
6. Οι βάσεις της προωθούμενης αγωγής και το αντικείμενο της αντιπαράθεσης - Η έννοια της ουσιώδους σημασίας και τα όρια του θεσμού
Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, η Αιτήτρια προέβαλε ως ενδεχόμενες βάσεις επακόλουθης αγωγής αφενός την παράβαση νόμιμου καθήκοντος (breach of statutory duty), και αφετέρου την κατ’ ισχυρισμό πρόκληση παράβασης δεσμευτικής σύμβασης με τρίτο (tortious interference with contractual relations). Το βασικό της επιχείρημα ήταν ότι η αποκάλυψη και προσαγωγή των ζητούμενων εγγράφων συνιστούσε αναγκαίο και προαπαιτούμενο βήμα για να δύναται να εγερθεί και να προωθηθεί στην πράξη η σχεδιαζόμενη δικαστική διαδικασία, καθότι – κατά τον ισχυρισμό της – χωρίς τα εν λόγω έγγραφα δεν θα ήταν εφικτή η στοιχειοθέτηση ή η αποτελεσματική προώθηση των πιο πάνω αξιώσεων. Αντιθέτως, η ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση, η οποία τελικώς έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, εστίαζε στο ότι η ουσία της διαφοράς δεν άπτεται του περιεχομένου των ζητούμενων εγγράφων ως ουσιώδους στοιχείου των επικαλούμενων αιτιών αγωγής, αλλά στο ίδιο το φερόμενο δικαίωμα της Αιτήτριας να απαιτεί την παράδοσή τους. Υπό το πρίσμα αυτό, υποστηρίχθηκε ότι τα έγγραφα δεν ήταν ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της επακόλουθης διαδικασίας, ούτε αναγκαία ή προαπαιτούμενα για την έγερσή της, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται λόγος ένστασης κατά το Μέρος 31 καν.5(7) ΝΚΠΔ και να αποκλείεται η έκδοση διατάγματος προδικαστικής αποκάλυψης.
Το Δικαστήριο υιοθέτησε αυστηρή και λειτουργική προσέγγιση. Έκρινε ότι όταν η ουσία της διαφοράς άπτεται του δικαιώματος του αιτητή να απαιτεί τα έγγραφα και όχι του περιεχομένου τους ως αναγκαίου στοιχείου της αγωγής, η προδικαστική αποκάλυψη δεν αποτελεί αναγκαίο ή προαπαιτούμενο βήμα για την έγερση ή προώθηση της αγωγής.
Με τον τρόπο αυτό, τέθηκε σαφές όριο στη χρήση του θεσμού και αποκλείστηκε η μετατροπή του σε εργαλείο διερεύνησης ή πίεσης.
Την υπόθεση χειρίστηκε εκ μέρους του Καθ’ ου η Αίτηση το γραφείο Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και έδωσε στο Δικαστήριο την ευκαιρία να τοποθετηθεί, σε επίπεδο ουσίας, επί των προϋποθέσεων, των ορίων και του εξαιρετικού χαρακτήρα της προδικαστικής αποκάλυψης, σε ένα πεδίο όπου – όπως ρητά αναγνωρίζεται και στην ίδια την απόφαση – δεν υφίσταται μέχρι σήμερα δεσμευτική κυπριακή νομολογία. Αναμένεται ότι θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη μελλοντική κυπριακή νομολογία και θα καθοδηγήσει τόσο τη δικαστηριακή πρακτική όσο και τη δικονομική στρατηγική των διαδίκων στο πλαίσιο των ΝΚΠΔ.
*Κωνσταντίνος Χρ. Κληρίδης , Συνέταιρος | Barrister-at-Law Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Σχόλια